ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Δεν ευδοκίμησε η έφεση αρχιφύλακα που αξίωσε αποζημιώσεις από το Ελληνικό Δημόσιο

Δαμιανός Αθανασίου 3 λεπτά ανάγνωση
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Το 19ο Τρι­με­λές Διοι­κη­τικό Εφετείο Αθηνών εξέτασε την έφεση που άσκησε ένας αστυ­νο­μι­κός, που είχε απο­τα­χθεί, κατά του Ελλη­νι­κού Δημο­σίου, το οποίο εκπρο­σω­πεί­ται από τον υπουργό Οικο­νο­μι­κών.

Ο εκκαλών υπη­ρε­τούσε στην Ελλη­νική Αστυ­νο­μία, με τον βαθμό του αρχι­φύ­λακα. Με την από 24.10.2003 απόφαση του προϊ­στα­μέ­νου του Κλάδου Διοι­κη­τι­κού της ΕΛ.ΑΣ. τέθηκε σε κατά­σταση δια­θε­σι­μό­τη­τας, ενώ, με την από 8.11.2003 απόφαση του ίδιου προϊ­στα­μέ­νου, δια­τη­ρή­θηκε σε ισχύ η ανωτέρω απόφαση και ο εκκαλών τέθηκε σε κατά­σταση δια­θε­σι­μό­τη­τας από την ημε­ρο­μη­νία σύλ­λη­ψής του, ήτοι από 4.11.2003 και καθ’ όλο τον χρόνο κατά τον οποίο θα τελούσε υπό προ­σω­ρινή κράτηση.

Στη συνέ­χεια, με την από 13.11.2004 απόφαση του προϊ­στα­μέ­νου Επι­τε­λείου του Αρχη­γείου της ΕΛ.ΑΣ., ο εκκαλών τέθηκε σε δια­θε­σι­μό­τητα από 8.11.2004, λόγω αντι­κα­τά­στα­σης της προ­σω­ρι­νής κρά­τη­σης με περιο­ρι­στι­κούς όρους, κατά τα ορι­ζό­μενα στο 69/2004 βού­λευμα του Συμ­βου­λίου Εφετών Δωδε­κα­νή­σου.

Περαι­τέρω, με απόφαση του Δευ­τε­ρο­βάθ­μιου Πει­θαρ­χι­κού Συμ­βου­λίου ανθυ­πα­στυ­νό­μων – αρχι­φυ­λά­κων – αστυ­φυ­λά­κων της ΕΛ.ΑΣ. το έτος 2006, επι­βλή­θηκε σε αυτόν η ποινή της από­τα­ξης, λόγω παρα­βά­σεων του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. ζ΄ και ι΄ του Π.Δ. 22/1996.

Σε εκτέ­λεση της απο­φά­σεως αυτής, εκδό­θηκε η από 7.11.2006 απόφαση του προϊ­στα­μέ­νου του Κλάδου Οργά­νω­σης και Ανθρώ­πι­νου Δυνα­μι­κού του Αρχη­γείου της ΕΛ.ΑΣ., με την οποία ο εκκαλών απο­τά­χθηκε από το Σώμα της ΕΛ.ΑΣ. και διε­γράφη από τη δύναμη του Σώματος από τις 2.12.2006.

Ακο­λού­θως, με τις 96 και 117/2010 αμε­τά­κλη­τες απο­φά­σεις του Τρι­με­λούς Εφε­τείου Δωδε­κα­νή­σου (Κακουρ­γη­μά­των), ο εκκαλών κηρύ­χθηκε αθώος των κατη­γο­ριών της εκβί­α­σης κατά συνή­θεια και κατ’ εξα­κο­λού­θηση και της παθη­τι­κής δωρο­δο­κίας κατ’ εξα­κο­λού­θηση, τα οποία είχαν απο­τε­λέ­σει την πραγ­μα­τική βάση της πει­θαρ­χι­κής διώξεως σε βάρος του και της επι­βλη­θεί­σας σε αυτόν ποινής της από­τα­ξης.

Κατόπιν τούτου, υπέβαλε το από 23.12.2011 αίτημα, προ­κει­μέ­νου να επα­να­κρι­θεί από το Δευ­τε­ρο­βάθ­μιο Πει­θαρ­χικό Συμ­βού­λιο, το οποίο, με την 114Α/14.12.2012 απόφασή του, έκρινε ότι δεν έπρεπε να επι­βλη­θεί ποινή σε βάρος του εκκα­λού­ντος.

Ενόψει των ανωτέρω, εκδό­θηκε η από 20.4.2013 πράξη του προϊ­στα­μέ­νου του Κλάδου Οργά­νω­σης και Ανθρώ­πι­νου Δυνα­μι­κού του Αρχη­γείου της ΕΛ.ΑΣ., με την οποία ανα­κλή­θηκε η ως άνω απόφαση του ίδιου προϊ­στα­μέ­νου περί από­τα­ξης του εκκα­λού­ντος και αυτός επα­νήλθε στην ενεργό υπη­ρε­σία, με τον βαθμό του αρχι­φύ­λακα, ανα­δρο­μικά από τον χρόνο εκδό­σεως της ως άνω ανα­κλη­θεί­σας απο­φά­σεως, δηλαδή στις 7.11.2006.

Στη συνέ­χεια, με την από 18.2.2014 απόφαση του υπαρ­χη­γού της ΕΛ.ΑΣ., ο εκκαλών τοπο­θε­τή­θηκε στο Αστυ­νο­μικό Τμήμα Κω, ενώ με την από 11.11.2014 πράξη του διευ­θυ­ντή της Διεύ­θυν­σης Οικο­νο­μι­κών του Αρχη­γείου της ΕΛ.ΑΣ., χορη­γή­θη­καν σε αυτόν ανα­δρο­μι­κές απο­δο­χές ενέρ­γειας, για το χρονικό διά­στημα από 24.10.2003 έως 26.2.2014, στις οποίες, όμως, δεν περι­λαμ­βά­νο­νταν η ειδική απο­ζη­μί­ωση για απα­σχό­ληση πέραν του πεν­θη­μέ­ρου, το επίδομα αυξη­μέ­νης επι­χει­ρη­σια­κής ετοι­μό­τη­τας, το εκλο­γικό επίδομα, ούτε η ειδική απο­ζη­μί­ωση του άρθρου 8 παρ. 12 του Ν. 3207/2003, λόγω απα­σχό­λη­σης στους Ολυ­μπια­κούς Αγώνες.

Με την αγωγή του, ο εκκαλών ισχυ­ρί­στηκε πρω­το­δί­κως ότι, εξαι­τίας της παρά­νο­μης θέσης του σε δια­θε­σι­μό­τητα και από­τα­ξής του, υπέστη περιου­σιακή ζημία συνο­λι­κού ύψους 55.638,48 ευρώ, για την απο­κα­τά­σταση της οποίας ευθύ­νε­ται το Δημόσιο.

Τούτο, διότι μη νομίμως δεν του κατα­βλή­θη­καν, κατόπιν της επα­νό­δου του στην ενεργό υπη­ρε­σία, τα ένδικα επι­δό­ματα, η δε παρά­νομη απόφαση του ως άνω προϊ­στα­μέ­νου περί από­τα­ξής του δεν δύναται να επι­φέ­ρει οποια­δή­ποτε δυσμενή σε βάρος του έννομη συνέ­πεια, αλλά αντι­θέ­τως, μετά την ακύρωση της εν λόγω απο­φά­σεως, αυτός θα έπρεπε να θεω­ρη­θεί ως μηδέ­ποτε απο­τα­χθείς και να απο­λαύ­σει όλες τις χρη­μα­τι­κές και λοιπές παροχές που συνά­πτο­νται με την ενεργό υπαλ­λη­λική ιδιό­τητα, ακόμα και αν η κατα­βολή τους συναρ­τά­ται κατά νόμο με την πραγ­μα­τική άσκηση καθη­κό­ντων, καθόσον η προ­ϋ­πό­θεση αυτή πλη­ρού­ται και επί πλα­σμα­τι­κής – ανα­δρο­μι­κής ανα­σύ­στα­σης της υπαλ­λη­λι­κής σχέσης.

Το πρω­το­βάθ­μιο δικα­στή­ριο έκρινε ότι οι ένδικες αξιώ­σεις του εκκα­λού­ντος, ανε­ξαρ­τή­τως της βασι­μό­τη­τάς τους, έχουν υπο­πέ­σει στο σύνολό τους στη διετή παρα­γραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995.

Και το δευ­τε­ρο­βάθ­μιο δικα­στή­ριο επι­κύ­ρωσε την πρω­τό­δικη απόφαση και απέρ­ριψε την έφεσή του.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.