Το φαινόμενο της διάβρωσης των ακτών της Ρόδου είναι εμφανές και χρόνο με το χρόνο το πρόβλημα διογκώνεται. Την κατάσταση που επικρατεί αποτυπώνουν με ακρίβεια στη «δ» ο Δρ. Βασίλης Καψιμάλης, ωκεανογράφος, διευθυντής ερευνών του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας του Ελληνικου Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών και ο κ. Γιώργος Χατήρης, ωκεανογράφος του Υδροβιολογικού Σταθμού Ρόδου του ΕΛΚΕΘΕ.
Σχετικά με τα αίτια της πρόκλησης του φαινομένου αναφέρουν τα εξής: «Οι παράκτιες περιοχές είναι δυναμικά συστήματα στα οποία αλληλοεπιδρούν συνεχώς θαλάσσιες και χερσαίες φυσικές διεργασίες (ο άνεμος, τα κύματα και τα ρεύματα, οι διακυμάνσεις της στάθμης της θάλασσας, οι μετακινήσεις των ιζημάτων, η τοπογραφία, η γεωλογία και η τεκτονική, η δράση των θαλάσσιων οργανισμών κλπ.)· σ΄ αυτά τα πολύπλοκα περιβάλλοντα έχει ενταχθεί πληθώρα ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, ενίοτε σε αρμονία με την φυσική λειτουργία, πολλές φορές όμως σε δυσαρμονία και καταφανή περιφρόνηση προς την φυσική λειτουργία των παράκτιων συστημάτων (π.χ. αλόγιστη κατασκευή παράκτιων υποδομών, επεμβάσεις στο υδρογραφικό δίκτυο της ξηράς από το οποίο τροφοδοτείται με υλικά η ακτή, εξορύξεις παραλιακής άμμου κ.α.)· η διατάραξη λοιπόν της φυσικής ισορροπίας στις παράκτιες περιοχές μπορεί να προκαλέσει σημαντική και συχνά μη ανατάξιμη μεταβολή των χαρακτηριστικών τους (π.χ. διάβρωση μίας ακτής ή συσσώρευση υλικών σε μία άλλη, μεταβολή της σύστασης της ακτής κ.α.) και ως εκ τούτου να επηρεάσουν την ποιότητα του περιβάλλοντος, την κοινωνικοοικονομική αξία και την ασφάλεια των παραλιών και των λιμανιών.


Η παράκτια ζώνη της νήσου Ρόδου χαρακτηρίζεται από ενδιαφέρουσα βιο-γεω-ποικιλότητα και διαχρονικά αποτελούσε ελκυστικό φυσικό θώκο για την ανάπτυξη ανθρώπινων κοινωνιών, προσφέροντας σε αφθονία κρίσιμους φυσικούς πόρους όπως νερό, τροφή, γόνιμο έδαφος, ιδανικές κλιματικές συνθήκες κλπ. Οι εκτεταμένες αμμώδεις και κροκαλώδεις παραλίες του νησιού αποτελούν σημαντικότατο πόλο έλξης για τους τουρίστες από όλο σχεδόν τον κόσμο και επομένως, η παράκτια περιοχή εκτός από την υψηλή αισθητική αξία αποτελεί μια σημαντική πηγή εσόδων για την τοπική οικονομία και κάθε χωρική μεταβολή της έκτασης ή κάθε αλλοίωση της σύστασης της παραλίας (άρα και της ελκυστικότητάς της) οδηγεί σε απώλεια εσόδων. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως, η παράκτια ζώνη της Ρόδου υπόκειται σε έντονη οικιστική και οικονομική ανάπτυξη, συχνά μη ορθολογικά χωροθετημένη και σχεδόν μονοδιάστατα ενταγμένη στο πλαίσιο της υποστήριξης της «βαριάς» βιομηχανίας του νησιού, δηλαδή του τουρισμού· αυτή, η μη εναρμονισμένη με το φυσικό περιβάλλον, ανάπτυξη εντείνει υφιστάμενα προβλήματα ή δημιουργεί νέα (διάβρωση, ρύπανση, ληστρική εκμετάλλευση φυσικών πόρων κλπ.) και τελικά το υποβαθμίζει».

Η παραλία του
Ακρωτηρίου των Μύλων
Ο Υδροβιολογικός Σταθμός Ρόδου του ΕΛΚΕΘΕ έχει εκπονήσει σειρά ερευνών για το φαινόμενο αλλά και για τη διαχείριση των παράκτιων ζωνών. Όπως προκύπτει από αυτές, το μέρος της παραλίας που είναι πιο επιρρεπές σε ακραίες αλλαγές είναι το Ακρωτήριο των Μύλων, με το βορειοδυτικό και βορειοανατολικό τμήμα του να είναι πιο ευαίσθητα σε φαινόμενα προέλασης/οπισθοχώρησης της ακτογραμμής, ενώ το ανατολικό τμήμα του να είναι λιγότερο μεταβλητό. Η χρονική κλίμακα των αλλαγών αυτών είναι πολύ σύντομη και συχνά της κλίμακας των λίγων ημερών μέχρι λίγων μηνών.
«Το πρόβλημα της διάβρωσης στην παράκτια ζώνη του νησιού της Ρόδου, αλλά και τα θέματα της ολοκληρωμένης διαχείρισης της ζώνης αυτής έχουν αποτελέσει αντικείμενο ερευνητικών δράσεων του Υδροβιολογικού Σταθμού Ρόδου – Ενυδρείου (ΥΣΡ) και του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), στο οποίο ανήκει ο Σταθμός.
Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η μελέτη της ακτής στο βορειότερο άκρο του νησιού της Ρόδου, αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν πρόσφατα σε διεθνές περιοδικό από ερευνητική ομάδα του ΕΛΚΕΘΕ και του ΥΣΡ/ΕΛΚΕΘΕ. Στο πλαίσιο της μελέτης έγινε επεξεργασία και σύγκριση πολλών δορυφορικών εικόνων υψηλής ανάλυσης και αεροφωτογραφιών και επιβεβαιώθηκε ότι από το 1982 μέχρι το 2015 η ακτογραμμή μετατοπίζεται συνεχώς, ανάλογα με τη γωνία πρόσπτωσης και το ύψος των κυμάτων που προσεγγίζουν την ακτή· οι μεταβολές διαπιστώθηκε ότι κυμαίνονται από λίγα εκατοστά έως δεκάδες μέτρα και παρότι η συνολική έκταση των παραλιών που βρίσκονται ανατολικά, βόρεια και δυτικά του Ενυδρείου παραμένει σχεδόν σταθερή, υπάρχουν κάποια τμήματα που επιχωματώθηκαν μέχρι και 97 μέτρα και σε κάποια άλλα που υποχώρησαν περίπου 35 μέτρα. Το μέρος της παραλίας που είναι πιο επιρρεπές σε ακραίες αλλαγές είναι το Ακρωτήριο των Μύλων, με το βορειοδυτικό και βορειοανατολικό τμήμα του να είναι πιο ευαίσθητα σε φαινόμενα προέλασης/οπισθοχώρησης της ακτογραμμής, ενώ το ανατολικό τμήμα του να είναι λιγότερο μεταβλητό· η χρονική κλίμακα των αλλαγών αυτών είναι πολύ σύντομη και συχνά της κλίμακας των λίγων ημερών μέχρι λίγων μηνών. Γενικά, παρατηρήθηκε ότι λαμβάνει χώρα μεταφορά χαλαρών υλικών της παραλίας από τη βόρεια και βορειοανατολική πλευρά προς τη βορειοδυτική και δυτική κατά τη χειμερινή περίοδο και αντίστροφα κατά τη θερινή, αναφέρουν οι επιστήμονες και συμπληρώνουν:
«Οι μετατοπίσεις των χαλαρών υλικών στο Ακρωτήριο των Μύλων μπορούν να αποβούν καταστροφικές το χειμώνα όταν πνέουν ισχυροί έως και θυελλώδεις νοτιοανατολικοί άνεμοι και o σφοδρός κυματισμός προκαλεί την ολοκληρωτική διάβρωση της παραλίας στη Β και ΒΑ πλευρά του Ακρωτηρίου και αποκαλύπτει το βραχώδες υπόβαθρο. Αποτέλεσμα τέτοιου φαινομένου ήταν η κατάρρευση τμήματος του κτηρίου του Φάρου του ΥΣΡ/ΕΛΚΕΘΕ τον Μάρτιο του 1998 λόγω υποσκαφής των θεμελίων του.
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός μάλλον ελλειμματικού ισοζυγίου χαλαρών υλικών στην περιοχή, διαδραματίζει η απώλεια των χαλαρών υλικών που μεταφέρονται προς μεγαλύτερα βάθη λόγω του κυματισμού και χάνονται οριστικά από το παράκτιο σύστημα μεταφοράς και απόθεσης. Η έλλειψη φερτών υλικών είναι αποτέλεσμα της μείωσης της στερεοπαροχής στο παράκτιο σύστημα, λόγω της πυκνής δόμησης, αλλά και στην επί μακρόν (έως και τη δεκαετία του ’90) τεχνική απομάκρυνση χαλίκων και άμμου από την παραλία βορειοδυτικά του Ενυδρείου. Τα υλικά χρησιμοποιούνταν κυρίως για την τεχνητή τροφοδοσία άλλων τμημάτων της παραλίας στην ακτογραμμή της Ακτής Μιαούλη».

Οι δυτικές και βορειοδυτικές
ακτές του νησιού
Στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού, η διάβρωση «απειλεί» το 85% των ακτών. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της παραλίας Κρεμαστής όπου από το 1973 μέχρι και σήμερα η θάλασσα στην Κρεμαστή έχει εισχωρήσει στη στεριά κατά 117 μέτρα, σύμφωνα με ρεπορτάζ της «δ»!
«Έντονα φαινόμενα διάβρωσης έχουν διαπιστωθεί στις δυτικές και βορειοδυτικές παραλίες του νησιού θέτοντας σε κίνδυνο παράκτιες κατοικίες, αγροτεμάχια και δημόσιες υποδομές· συγκεκριμένα και σύμφωνα με την Τεχνική Έκθεση που συνέταξε το 2014 το ΕΛΚΕΘΕ στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «ΑΚΤΗ: Διαμόρφωση και Πιλοτική Εφαρμογή Σχεδίων Ολοκληρωμένης Διαχείρισης της Παράκτιας Ζώνης (ΣΟΔΠΖ) στη Ρόδο και στην Κύπρο» στο μήκος των περίπου 40 χλμ. ακτογραμμής από την Κάμειρο Σκάλα έως τον Όρμο των Τριαντών, οι προσχωσιγενείς υπό διάβρωση ακτές συνιστούν περίπου τα 34 χλμ. ή το 85%.
Η μορφοδυναμική συμπεριφορά της ακτής σε αυτό το τμήμα του νησιού δεν είναι η ίδια σε όλο το μήκος της αφού υπάρχουν ορισμένες θέσεις, στις οποίες η υποχώρηση της ακτογραμμής έχει ξεπεράσει 30-40 μέτρα από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 μέχρι σήμερα, όπως προκύπτει από τη σύγκριση ιστορικών αεροφωτογραφιών αλλά και από πληροφορίες κατοίκων της περιοχής. Οι ιδιωτικές κατασκευές κάθετων προς την ακτογραμμή προβόλων που έγιναν κατά το παρελθόν με σκοπό να εξαλείψουν τις επιπτώσεις της διάβρωσης ήταν αναποτελεσματικές διότι δεν σχεδιάστηκαν με βάση ένα στρατηγικό σχέδιο αλλά για την αντιμετώπιση τοπικών αναγκών. Αυτές οι αυθαίρετες παρεμβάσεις, που το συνολικό μήκος τους (σύμφωνα με την ίδια Τεχνική Έκθεση) υπερβαίνει τα 2,7 χλμ., προκαλούν διατάραξη του ιζηματικού ισοζυγίου ανακόπτοντας τη φυσική μετακίνηση των παράκτιων φερτών υλικών κατά μήκος της ακτογραμμής και προς βόρεια· έτσι προκαλούν μεν προσάμμωση στην ανάντη (νοτιοδυτική) πλευρά τους «προστατεύοντας» την παραλία ή το αγροτεμάχιο, αλλά επιτείνουν τη διάβρωση στην κατάντη (βορειοανατολική) πλευρά τους μεταφέροντας το πρόβλημα στο αμέσως γειτονικό τμήμα της παραλίας. Η πρακτική αυτή όχι μόνο δεν ανέκοψε την διάβρωση αλλά επιπλέον δημιούργησε διενέξεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ των ιδιοκτητών των παράκτιων οικοπέδων.
Την ίδια καταστροφική επίδραση στο παράκτιο ισοζύγιο μεταφοράς ιζημάτων άρα και στη σταθερότητα της παραλίας προκαλούν και δημόσιες υποδομές όπως το Αλιευτικό Καταφύγιο των Φανών όπου επιπλέον το πρόβλημα της διαρκούς πρόσχωσης της εισόδου του καθιστά τη βυθοκόρησή του μόνιμη και δαπανηρή πρακτική», δήλωσε ο κ. Γ. Χατήρης.
Το πρόβλημα των ακτών στη Ρόδο πρόκειται να επιδεινωθεί τα επόμενα χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι θα χαθεί σημαντικό μέρος των παραλιών. Γι’ αυτό απαιτείται η λήψη των αναγκαίων μέτρων.
Αναλυτικότερα ο Δρ. Βασίλης Καψιμάλης αναφέρει τα εξής: «Δυστυχώς, οι παραλίες της Ρόδου υφίστανται, άλλες σε μεγαλύτερο και άλλες σε μικρότερο βαθμό, διάβρωση και μείωση του πλάτους τους.
Άμεση λοιπόν πρέπει να είναι η λήψη μέτρων για την άρση των ανθρωπογενών παρεμβάσεων που το εντείνουν και αφορούν στη διατάραξη τόσο του συστήματος τροφοδοσίας (ανεξέλεγκτες λήψεις χαλαρών υλικών από τις ενεργές κοίτες των ποταμοχειμάρριων συστημάτων, παρεμπόδιση της ελεύθερης απόληξης τους στην παράκτια ζώνη κλπ.) όσο και του μηχανισμού διευθέτησης των φερτών υλικών κατά μήκος της ακτής με κατασκευές, χωρίς σχεδιασμό, προβόλων και λιμενικών εγκαταστάσεων.
Το πρόβλημα της διάβρωσης των ακτών στο νησί της Ρόδου αναμένεται να επιδεινωθεί στις επόμενες δεκαετίες που η θαλάσσια στάθμη θα ανέβει περίπου 0,6 – 0,7 μέτρα κατακλύζοντας το σημερινό παραλιακό μέτωπο και αφαιρώντας πολύτιμη έκταση από τις παραλίες του νησιού.
Η απώλεια αυτή σύμφωνα με υπό δημοσίευση επιστημονική μελέτη του ΕΛΚΕΘΕ και του Υδροβιολογικού Σταθμού της Ρόδου/ΕΛΚΕΘΕ υπολογίζεται να είναι κατά μέσο όρο άνω του 20% της σημερινής έκτασης των παραλιών.
Για αυτό κρίνεται απαραίτητη η εκπόνηση μιας επιστημονικής μελέτης που θα περιγράψει με ακρίβεια την υπάρχουσα κατάσταση σε όλες τις παραλίες του νησιού, θα επιχειρήσει να προβλέψει τις πιθανές μεταβολές της παράκτιας ζώνης στις επόμενες δεκαετίες, θα εκτιμήσει τις κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις και θα προτείνει μέτρα για να μετριασθεί ή αναχαιτισθεί το φαινόμενο της παράκτιας διάβρωσης

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ