• Το αφήγημα επιμένει ότι η Ρόδος αποτελεί τη χαρακτηριστική περίπτωση όπου τα οθωμανικά κατάλοιπα, τεμένη, λουτρά και άλλα δημόσια κτήρια, αφήνονται σκόπιμα στη μοίρα τους • Υιοθετεί μια συνολική αποτίμηση απαξίωσης που στοχεύει να πλήξει τη διεθνή εικόνα της διαχείρισης των μνημείων στα Δωδεκάνησα
Με ένα εκτενές δημοσίευμα που τιτλοφορείται «Τα τουρκικά έργα στην Ελλάδα καταστρέφονται», η τουρκική εφημερίδα Aydınlık επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την κατάσταση της οθωμανικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στην ελληνική επικράτεια.
Το άρθρο, το οποίο βασίζεται σε τοποθετήσεις πανεπιστημιακών και εκπροσώπων μη κυβερνητικών οργανώσεων κατά τη διάρκεια συνεδρίου στην Τουρκία, διαμορφώνει ένα συγκροτημένο αφήγημα περί συστηματικής και σκόπιμης φθοράς των μνημείων, επιλέγοντας τη Ρόδο ως το κεντρικό παράδειγμα μιας υποτιθέμενης πολιτικής απαξίωσης.
Η επιλογή της Ρόδου ως «αιχμής του δόρατος» στο δημοσίευμα της Aydınlık αποτελεί δομικό στοιχείο της τουρκικής επιχειρηματολογίας. Το νησί, λόγω της γεωγραφικής του θέσης και του πλούσιου οθωμανικού του παρελθόντος για την προβολή των ισχυρισμών περί «πολιτιστικής γενοκτονίας».
Το αφήγημα επιμένει ότι η Ρόδος αποτελεί τη χαρακτηριστική περίπτωση όπου τα οθωμανικά κατάλοιπα, τεμένη, λουτρά και άλλα δημόσια κτήρια, αφήνονται σκόπιμα στη μοίρα τους. Η ρητορική αυτή παρουσιάζει τη διαχείριση των μνημείων στο νησί ως ζήτημα πολιτικής στάσης απέναντι στην ιστορική παρουσία της Τουρκίας στην περιοχή. Παρόλο που το άρθρο δεν εισέρχεται σε τεχνικές λεπτομέρειες ούτε παραθέτει συγκεκριμένες εκθέσεις συντήρησης, υιοθετεί μια συνολική αποτίμηση απαξίωσης που στοχεύει να πλήξει τη διεθνή εικόνα της διαχείρισης των μνημείων στα Δωδεκάνησα.
Κεντρικό πρόσωπο στην επιχειρηματολογία του δημοσιεύματος είναι η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Marmara, Νεβάλ Κονουκ Χαλατσόγλου. Σύμφωνα με την ίδια, τα μνημεία της οθωμανικής περιόδου σε «όλες τις πόλεις της Ελλάδας» εξαφανίζονται σταδιακά. Η κ. Χαλατσόγλου αποδίδει αυτή την εξέλιξη σε μια συνειδητή πολιτική επιλογή της ελληνικής πλευράς, η οποία εδράζεται σε δύο βασικούς πυλώνες.

Ο πρώτος πυλώνας αφορά τη συγκρότηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Κατά το τουρκικό δημοσίευμα, τα οθωμανικά κτίσματα στη Ρόδο και την υπόλοιπη Ελλάδα λειτουργούν ως διαρκείς υπενθυμίσεις της περιόδου της οθωμανικής κυριαρχίας, συνδεόμενα άμεσα με ιστορικές ήττες της Ελλάδας. Ως εκ τούτου παρουσιάζονται ως «ανεπιθύμητα» στοιχεία στο τοπίο της σύγχρονης Ελλάδας, με την εγκατάλειψή τους να ερμηνεύεται ως προσπάθεια «κάθαρσης» του χώρου από σύμβολα που δεν συνάδουν με το κυρίαρχο εθνικό αφήγημα.
Ο δεύτερος πυλώνας της επιχειρηματολογίας εστιάζει στη συλλογική μνήμη των μουσουλμανικών κοινοτήτων. Υποστηρίζεται ότι η απομάκρυνση ή η φθορά αυτών των κτισμάτων αποσκοπεί στην αποσύνδεση των Τούρκων και μουσουλμάνων της Ελλάδας από το παρελθόν τους. Η απώλεια αυτών των σημείων αναφοράς οδηγεί στην εξασθένηση της ταυτότητας των κοινοτήτων αυτών, διαδικασία που οι ομιλητές του συνεδρίου χαρακτηρίζουν ως προσπάθεια «πολιτιστικής γενοκτονίας».
Μια άλλη πτυχή του αφηγήματος, όπως μεταφέρεται από την εφημερίδα, είναι η επίκληση της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο πρόεδρος της ROİSDER, Μουσταφά Καϊμακτσί, εμφανίζεται στο δημοσίευμα να χαρακτηρίζει τα οθωμανικά μνημεία «κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας». Με αυτόν τον τρόπο, η τουρκική πλευρά επιχειρεί να αναβαθμίσει το ζήτημα, υποστηρίζοντας ότι η εγκατάλειψή τους αφορά τις δύο χώρες και συνιστά «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» και πλήγμα για την παγκόσμια πολιτιστική ποικιλομορφία.
Στο πλαίσιο αυτό, το δημοσίευμα προβάλλει ως συγκεκριμένη πρόταση τη σύναψη διμερών συμφωνιών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η πρόταση περιλαμβάνει την ενεργό συμμετοχή της Τουρκικής Υπηρεσίας Συνεργασίας και Συντονισμού (TİKA) σε έργα αποκατάστασης επί ελληνικού εδάφους. Στόχος είναι τα μνημεία να αποκατασταθούν «σύμφωνα με την αυθεντική τους μορφή» και να αποκτήσουν ξανά λειτουργική χρήση, διατυπώνοντας την εκτίμηση ότι η ελληνική πλευρά δεν τα διαχειρίζεται με τον επιστημονικά ενδεδειγμένο τρόπο.
Η παρέμβαση της Aydınlık αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη τάση στη γείτονα χώρα να συνδέεται η προστασία των μνημείων με την εξωτερική πολιτική. Το αφήγημα επιδιώκει τη μεταφορά του θέματος από την αποκλειστική αρμοδιότητα του ελληνικού κράτους στο πεδίο μιας διεθνοποιημένης διμερούς συνεργασίας.
Η πρόταση για εμπλοκή της TİKA, ενός οργανισμού που αποτελεί βασικό εργαλείο της τουρκικής δημόσιας διπλωματίας, υποδηλώνει την επιθυμία της Άγκυρας να αποκτήσει λόγο και ρόλο στη διαχείριση πολιτιστικών αγαθών εντός της ελληνικής επικράτειας. Η διατήρηση των κτιρίων συνδέεται με τη διατήρηση της ιστορικής συνέχειας της οθωμανικής παρουσίας στο Αιγαίο, διαμορφώνοντας πλαίσιο αυξημένου ενδιαφέροντος για περιοχές όπως η Ρόδος που έχουν υψηλό συμβολικό βάρος.
Η προσέγγιση της τουρκικής εφημερίδας χαρακτηρίζεται από μονομερή παρουσίαση των δεδομένων. Στο κείμενο δεν περιλαμβάνεται τοποθέτηση της ελληνικής πλευράς ούτε αναφορά σε υφιστάμενα έργα συντήρησης ή στο νομικό πλαίσιο προστασίας αρχαιοτήτων που ισχύει στην Ελλάδα. Η επιχειρηματολογία δομείται πάνω στην παραδοχή ότι η οθωμανική κληρονομιά τελεί υπό διωγμό, χωρίς αναφορά στις προσπάθειες των ελληνικών αρχαιολογικών υπηρεσιών.
Σε μια περίοδο όπου οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από σύνθετες ισορροπίες, η ανάδειξη θεμάτων ιστορικής μνήμης από μέσα ενημέρωσης όπως η Aydınlık λειτουργεί ως παράλληλο επίπεδο δημόσιας συζήτησης. Το διακύβευμα, όπως προκύπτει από το δημοσίευμα, αφορά την κατάσταση των κτηρίων στη Ρόδο και την Κω, καθώς και τον συμβολισμό της ιστορικής παρουσίας και τη διαχείριση του παρελθόντος στον σύγχρονο πολιτικό λόγο.
Σημειώνεται, πάντως, ως δεδομένο ότι το σύνολο των οθωμανικών μνημείων στη Ρόδο υπάγεται απευθείας στις αυστηρές προστατευτικές διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας και στην αποκλειστική επιστημονική εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου. Η θεσμική αυτή υπαγωγή διασφαλίζει ότι η διαχείριση και η συντήρησή τους ακολουθούν τους διεθνείς κανόνες προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς ρητορικές προσεγγίσεις ή πολιτικές σκοπιμότητες
Το δημοσίευμα κλείνει επιμένοντας ότι η μόνη βιώσιμη διέξοδος είναι η αποδοχή των τουρκικών προτάσεων για συνεργασία. Με τον τρόπο αυτό, το ζήτημα των μνημείων μεταφέρεται στο επίκεντρο της διμερούς ατζέντας, καθώς η πολιτιστική κληρονομιά συνδέεται με την παρουσία και τον ρόλο της Τουρκίας στο Αιγαίο. Στην ανάγνωση αυτή, η Ρόδος αποτελεί σημείο αναφοράς σε μια συζήτηση που αγγίζει τη θεσμική αρμοδιότητα, τον συμβολισμό και τη θέση των Δωδεκανήσων στο ευρύτερο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων.














