Αναβίωσε ενώπιον του Αρείου Πάγου το αστικό μέρος μιας ένδικης διαφοράς που ανέκυψε μετά από ληστεία κοσμημάτων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοσμηματοπώλη στη Λέρο προ 11ετίας.
Με την υπ’αριθμ. 651/2019 απόφαση του Γ’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης ενός κατοίκου Αθηνών, που άσκησε κατά της υπ’αριθμ. 2150/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Σύμφωνα με την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ενάγων είναι χρυσοχόος – κοσμηματοπώλης και διατηρεί εργαστήριο κατασκευής κοσμημάτων και κατάστημα εμπορίας στη Λέρο.

Τα κοσμήματα που πωλεί σε τρίτους με κέρδος είτε τα κατασκευάζει ο ίδιος, είτε αναθέτει στην κατασκευή τους σε τρίτους τεχνίτες, με τους οποίους συνεργάζεται.
Στο πλαίσιο της εμπορικής του δραστηριότητας καθώς τα κοσμήματα που πωλεί σε τρίτους είτε τα κατασκεύαζει ο ίδιος είτε αναθέτει την κατασκευή τους σε τρίτους τεχνίτες, προγραμμάτισε ένα ταξίδι τον Απρίλιο του έτους 2008. Σκοπός του ταξιδιού ήταν να πωλήσει κοσμήματα σε έτερο έμπορο με τον οποίο συνεργαζόταν. Το βράδυ, ενώ βρισκόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας κρατώντας τη βαλίτσα του, άγνωστος δράστης με την απειλή όπλου αφαίρεσε από την κατοχή του την παραπάνω βαλίτσα και ιδιοποιήθηκε παράνομα, εκτός των άλλων αντικειμένων, και τα προς πώληση κοσμήματα, η συνολική αξία των οποίων ανερχόταν στο ποσό των 302.280 ευρώ.
Την σε βάρος του παραπάνω αξιόποινη πράξη ο ενάγων κατήγγειλε στην Ασφάλεια και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιά άσκησε ποινική δίωξη κατ’ αγνώστων δραστών, αλλά, λόγω μη ανακάλυψής τους κατά το στάδιο της προανάκρισης, η δικογραφία τέθηκε στο αρχείο αγνώστων δραστών.
Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ένας γνωστός του ενάγοντος που είναι και αυτός κοσμηματοπώλης προσήλθε στην Ασφάλεια και υπέβαλε μήνυση σε βάρος του συνεργάτη, ο οποίος είχε παραλάβει από αυτόν ποσότητα κοσμημάτων, προκειμένου να τα πωλήσει σε τρίτους και να του αποδώσει το τίμημα, αλλά τα είχε ιδιοποιηθεί παράνομα.
Την ίδια ημέρα οι Αστυνομικοί του διενήργησαν έρευνα στο ενεχυροδανειστήριο που διατηρεί ο εναγόμενος στην Αθήνα.
Κατά την έρευνα αυτή βρέθηκαν και κατασχέθηκαν από τους Αστυνομικούς πολλά κοσμήματα και άλλα τιμαλφή, τα οποία ο κατηγορούμενος δεν είχε καταχωρίσει, όπως όφειλε, στα βιβλία του καταστήματος.
Στα κοσμήματα που επέδειξαν στο θύμα δεν αναγνώρισε τα δικά του κοσμήματα, πλην όμως αναγνώρισε σε κάποια από αυτά την τεχνοτροπία των κοσμημάτων του ενάγοντος, καθώς, στο πλαίσιο επαγγελματικών ταξιδιών που είχε κάνει στο παρελθόν στη Λέρο, είχε δει κοσμήματα αυτού να εκτίθενται στο κοσμηματοπωλείο του.
Κατόπιν αυτού, ενημερώθηκε ο ενάγων και προσήλθε στο τμήμα όπου του επιδείχθηκαν τα εν λόγω κοσμήματα, μεταξύ των οποίων αναγνώρισε με βεβαιότητα ένα μέρος των κοσμημάτων του, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, πριν μερικούς μήνες, είχε αφαιρέσει από την κατοχή του με την απειλή όπλου ο άγνωστος δράστης και τα είχε ιδιοποιηθεί παράνομα.
Μεταξύ αυτών αναγνώρισε 25 δαχτυλίδια αξίας 35.000 ευρώ, 22 ζεύγη σκουλαρίκια αξίας 25.000 ευρώ, 7 βραχιόλια αξίας 50.000 ευρώ, 8 περιδέραια αξίας 50.000 ευρώ και 7 μενταγιόν αξίας 6.000 ευρώ. Η αξία όλων των παραπάνω ανέρχεται στο ποσό των 166.000 ευρώ. Τα κοσμήματα αυτά παραδόθηκαν από τον Διοικητή του Τμήματος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων προς φύλαξη.
Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι τα εν λόγω κοσμήματα ανήκαν στην κυριότητά του, αφού δεν εκθέτει τον τρόπο και χρόνο κτήσης τους παρά μόνο επισημαίνει ότι η κυριότητα άρχεται από τον χρόνο εγχάραξης σε αυτά του κωδικού και αριθμό ταυτότητος του κατασκευαστή δεν έπεισε το δικαστήριο καθώς εκτός από αυτό η απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, ήτοι των κοσμημάτων που προέρχονταν από τη ληστεία σε βάρος του ενάγοντος, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.
Έτσι το δικαστήριο δέχθηκε πως, εφόσον αποδείχθηκε ότι τα επίδικα κοσμήματα ήταν στη νομή του ενάγοντος μέχρι και τον Απρίλιο του 2008, οπότε αφαιρέθηκαν παρανόμως από αυτόν, αυτός ήταν κύριος αυτών κατά τη διάρκεια της νομής τους.
Ομοίως κρίθηκε και από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ότι η απόφασή του Τριμελούς Εφετείου ορθώς απέρριψε από ουσιαστικής απόψεως την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο, κατά παραδοχή της αγωγής του, κύριο των επιδίκων κοσμημάτων.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ