Πλήρως, νομίμως και επαρκώς αιτιολογείται σύμφωνα με την 7μελή Σύνθεση του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας η απόφαση για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου, όπως αναφέρεται στην 52σέλιδη απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Διοικητικού Δικαστηρίου, που καθαρογράφηκε και θεωρήθηκε.

Το ΣτΕ έκρινε ότι η απόφαση ανάκλησης της αδείας της τράπεζας στηρίζεται στην συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου, όλα δε τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Οπως έγραψε η «δημοκρατική», το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) απέρριψε στο σύνολό της την αίτηση της Τράπεζας που ζητούσε να ακυρωθούν αποφάσεις της αρμόδιας επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος του 2013, με τις οποίες τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση και μεταβιβάστηκε η περιουσία της.
Ειδικότερα, το έτος 2017 η πενταμελής σύνθεση του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ παράπεμψε στην επταμελή σύνθεση του ίδιου Τμήματος, προς οριστική κρίση τα νομικά ζητήματα που προέκυπταν από την αίτηση ακύρωσης της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου.
Η εν λόγω Τράπεζα ζητούσε να ακυρωθούν οι από 8.12.2013 αποφάσεις της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, με τις οποίες:
– Ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της εν λόγω Τράπεζας και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση,
– Υποχρεώθηκε ο ειδικός εκκαθαριστής της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου στην μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της στην Alpha bank και
– Δόθηκε εντολή καθορισμού της διαφοράς μεταξύ των στοιχείων παθητικού και ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στην Alpha bank.
Η επταμελής σύνθεση του Δ΄ Τμήματος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, με την υπ΄ αριθμ.1162/2020 απόφασή της απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους νομικούς ισχυρισμούς της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου.
Γίνεται συγκεκριμένα αναλυτική περιγραφή των συνθηκών που οδήγησαν την Τράπεζα της Ελλάδος στην δυσμενή αυτή απόφαση και αναφορά στην εισήγηση για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου διότι «διαπιστώνεται ότι δεν προσφέρει τα εχέγγυα ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και να διασφαλίσει τα επιστρεπτέα κεφάλαια που της έχουν εμπιστευθεί οι πιστωτές της, και ιδίως οι καταθέτες της».
Τονίζεται παραπέρα ότι ήδη πριν από την έκδοση της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης 97/2/8.12.2013 περί ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της αιτούσης Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου, θέσεώς της σε ειδική εκκαθάριση και διορισμού του ειδικού εκκαθαριστή της, η Τράπεζα της Ελλάδος είχε κινήσει την διαδικασία εξεύρεσης ενδιαφερομένου πιστωτικού ιδρύματος για την μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας, στην περίπτωση που ήθελε αποφασισθεί η ανάκληση της αδείας λειτουργίας και η λήψη μέτρων σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 68 του ν. 3601/2007.
Επισημαίνεται ακόμη ότι ο δείκτης κυρίων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος ανήρχετο σε 7,43% και, συνεπώς, το ποσό των 5,3 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο συγκεντρώθηκε με την αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου του, θα αρκούσε για την διαμόρφωση του εν λόγω δείκτη σε ποσοστό ανώτερο του ορίου του 9%.
Κατά συνέπεια, όπως κρίθηκε από το ΣτΕ, οι στρεφόμενοι κατά της απόρριψης των διενεργηθεισών ρυθμίσεων και της επαναταξινόμησης τμήματος των ρυθμισθεισών απαιτήσεων λόγοι ακυρώσεως, πρέπει, να απορριφθούν.
Τονίζεται ότι κατά το γ΄ τρίμηνο του έτους 2013 σημειώθηκε σημαντική αύξηση (κατά 25,8 εκατομμύρια ευρώ) των ρυθμίσεων του δανειακού χαρτοφυλακίου της Τράπεζας, η οποία συνοδεύθηκε από σχεδόν ισόποση (25,504 εκατομμύρια ευρώ) μείωση του χαρτοφυλακίου των απαιτήσεων σε οριστική καθυστέρηση και σε καθυστέρηση πέραν της τριετίας, γεγονός το οποίο (εν όψει της εφαρμογής συντελεστή 10% – και όχι 50% και 100% αντιστοίχως – για τον σχηματισμό προβλέψεων) επέφερε μείωση των ελαχίστων εποπτικών προβλέψεων της αιτούσης κατά 11,2 εκατομμύρια ευρώ.
Επισημαίνεται επίσης, με μνεία στις έρευνες που προηγήθηκαν αρμοδίως πριν την έκδοση της απόφασης ανάκλησης, ότι υπήρξε «προφανής προσπάθεια της Τράπεζας, κατά το τρίτο τρίμηνο του 2013, να μειώσει την ανεπάρκεια των εποπτικών της προβλέψεων και συνακολούθως να βελτιώσει το Δείκτη Κυρίων Στοιχείων των Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων …, προβαίνοντας εσκεμμένα σε ρυθμίσεις που δεν ικανοποιούν τα κριτήρια του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου» και τονίζεται πως είναι απορριπτέοι και οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι ο έλεγχος των ρυθμίσεων και η επαναταξινόμηση των ρυθμισθεισών απαιτήσεων εχώρησαν κατά παράβαση νόμου και με πλημμελή αιτιολογία.
Κρίθηκε ακόμη ότι η Συνεταιριστική Τράπεζα δεν επέτυχε την εντός των διαδοχικώς ταχθεισών προθεσμιών (31.8.2013, 31.10.2013 και 22.11.2013) αύξηση του συνεταιριστικού της κεφαλαίου στο απαιτούμενο ποσό αλλά συγκέντρωσε μόλις 5.334.197,50 ευρώ. Αφ’ ετέρου, ήδη από το 2011 το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα παρουσίαζε υστέρηση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας και, εν συνεχεία, του δείκτη κυρίων στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων (Core Tier 1), ο οποίος, με βάση τα στοιχεία του ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος, διαμορφώθηκε στις 30.9.2013 σε 4,49%, αφαιρουμένου του ποσού των 5,3 περίπου εκατομμυρίων ευρώ που συγκεντρώθηκε με την αύξηση κεφαλαίου, και, συνυπολογιζομένου του εν λόγω ποσού, σε 6,84% (και σε 4,97% και 7,3%, αντιστοίχως, με βάση το πόρισμα τρίτης ανεξάρτητης ταιρείας, η οποία διενήργησε πρόσθετο έλεγχο με διαφορετική εθοδολογία) έναντι του νομίμου κατώτατου ορίου του 9%.
Εν όψει ούτων, η Εποπτική Αρχή έκρινε ότι το ανωτέρω πιστωτικό ίδρυμα δεν προσφέρει τα εχέγγυα ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και να διασφαλίσει τα επιστρεπτέα κεφάλαια που του έχουν εμπιστευθεί οι πιστωτές του και ιδίως οι καταθέτες, ενώ εξ άλλου, κατά τα αναφερόμενα στο από 8.12.2013 εισηγητικό σημείωμα της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος -με το οποίο συμπληρώνεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης ανακλητικής πράξης, σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία του φακέλου-, κρίθηκε αδύνατη η αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου ή η λήψη άλλων ισοδυνάμων μέτρων σε εύλογο χρονικό διάστημα «υπό το πρίσμα των παρουσών συνθηκών και των αδυναμιών [αυτής]».
Όσον αφορά ειδικώς στον διορισμό Επιτρόπου κρίθηκε ότι δεν επιβάλλεται από τον ν. 3601/2007 ο διορισμός Επιτρόπου ή εν γένει η προηγούμενη εξάντληση των μέτρων εποπτείας των άρθρων 62 επ. του νόμου αυτού ως διαδικαστική προϋπόθεση της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου (ΣτΕ 4377 – 4380/2013, 2469/2016).

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ