Συνεντεύξεις

Νίκος Παπασταματίου: «Η νησιωτικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση»

Σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία, η αυτοδιοίκηση και η επιχειρηματικότητα στα νησιά δοκιμάζονται από διαρκείς μεταβολές, αβεβαιότητα και νέες απαιτήσεις, ο Νίκος Παπασταματίου μιλά με τη νηφαλιότητα και την εμπειρία ενός ανθρώπου που υπηρέτησε επί χρόνια τους θεσμούς από θέσεις ευθύνης.
Με αφορμή την πρόσφατη τιμητική αναγνώριση από το Επιμελητήριο Δωδεκανήσου, έναν θεσμό άρρηκτα συνδεδεμένο με την οικονομική και κοινωνική διαδρομή του τόπου, κάνει έναν απολογισμό της πορείας του και θέτει στο επίκεντρο τον ρόλο που καλούνται σήμερα να διαδραματίσουν οι θεσμοί.
Από το «οικονομικό θαύμα» της Ρόδου μέχρι τη σύγχρονη, πιο σύνθετη πραγματικότητα του επιχειρείν στα Δωδεκάνησα, ο κ. Παπασταματίου σκιαγραφεί τις αντοχές, τις αδυναμίες και τις προοπτικές της τοπικής οικονομίας, αναδεικνύοντας την ανάγκη για βιώσιμη ανάπτυξη, σταθερό πλαίσιο και ουσιαστική στήριξη της νησιωτικότητας.
Παράλληλα, τοποθετείται με σαφήνεια στο ζήτημα των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ, επισημαίνοντας ότι χωρίς σταθερά φορολογικά αντισταθμίσματα δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική αναπτυξιακή ισορροπία στα νησιά.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, αναφέρεται επίσης στη μακρόχρονη συνεργασία του με τον περιφερειάρχη Νοτίου Αιγαίου Γιώργο Χατζημάρκο και στο μοντέλο διοίκησης που, όπως υποστηρίζει, χρειάζονται σήμερα οι Περιφέρειες για να παράγουν έργο με διάρκεια, θεσμική συνέχεια και ουσιαστικό αποτύπωμα στην κοινωνία.


Αναλυτικά η συνέντευξη :
• Κύριε Παπασταματίου, προσφάτως το Επιμελητήριο Δωδεκανήσου, ένας ιστορικός θεσμός για τον τόπο, σας τίμησε για την πολύχρονη προσφορά σας. Σε μια εποχή έντονων αλλαγών, αβεβαιότητας αλλά και μετασχηματισμών στην οικονομία, πώς αποτιμάτε αυτή τη διαδρομή και πού θεωρείτε ότι τοποθετείται σήμερα ο ρόλος των θεσμών;
Η τιμητική αυτή αναγνώριση από το Επιμελητήριο Δωδεκανήσου αποτελεί, πάνω απ’ όλα, μια βαθιά συγκινητική στιγμή. Όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά γιατί προέρχεται από έναν θεσμό άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία, την παραγωγή και την επιχειρηματική ταυτότητα του τόπου μας.
Ανατρέχοντας σε αυτή τη μακρά διαδρομή, θα έλεγα ότι χαρακτηρίζεται από συλλογική προσπάθεια, διαρκή αγώνα και πίστη στη δύναμη της τοπικής επιχειρηματικότητας. Οι εποχές άλλαξαν, οι συνθήκες έγιναν πιο απαιτητικές και η οικονομία πέρασε από κύκλους ανάπτυξης, κρίσεων και μετασχηματισμών. Εκείνο που παρέμεινε σταθερό ήταν η ανάγκη για θεσμούς που να λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ της κοινωνίας, της αγοράς και της Πολιτείας.
Σήμερα, ο ρόλος των θεσμών είναι ίσως πιο κρίσιμος από ποτέ. Δεν αρκεί πλέον να έχουν έναν τυπικό ή διαχειριστικό χαρακτήρα. Οφείλουν να είναι ενεργοί συνομιλητές, να αφουγκράζονται τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς, να τεκμηριώνουν προτάσεις και να παρεμβαίνουν ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο.
Σε μια εποχή αβεβαιότητας, οι θεσμοί καλούνται να προσφέρουν σταθερότητα, αξιοπιστία και συνέχεια. Να στηρίζουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, να προωθούν τη συνεργασία, να ενισχύουν την εξωστρέφεια και να προετοιμάζουν τις τοπικές οικονομίες για τις προκλήσεις της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης.
Η προσωπική μου διαδρομή μέσα από το Επιμελητήριο δεν ήταν ποτέ ατομική πορεία, αλλά μέρος μιας συλλογικής ευθύνης. Πιστεύω βαθιά ότι οι θεσμοί, όταν λειτουργούν με συνέπεια, ανεξαρτησία και όραμα, μπορούν να αποτελέσουν πυλώνες κοινωνικής συνοχής και αναπτυξιακής προοπτικής.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειαζόμαστε θεσμούς που να μην ακολουθούν απλώς τις εξελίξεις, αλλά να συμβάλλουν ενεργά στη διαμόρφωσή τους- με γνώση, ενότητα και σεβασμό στον τόπο που υπηρετούν.


• Από το λεγόμενο «οικονομικό θαύμα» της Ρόδου, όταν το νησί πρωτοπορούσε στο εμπόριο και την επιχειρηματικότητα, μέχρι το σήμερα, πώς θα περιγράφατε την τρέχουσα κατάσταση του επιχειρείν στα Δωδεκάνησα;
Η επιχειρηματικότητα στα Δωδεκάνησα έχει διανύσει μια μεγάλη και συχνά αντιφατική πορεία, από την εποχή του λεγόμενου «οικονομικού θαύματος» της Ρόδου έως τη σημερινή, πιο σύνθετη πραγματικότητα.
Τις δεκαετίες της έντονης ανάπτυξης, η Ρόδος και γενικότερα τα Δωδεκάνησα πρωτοπορούσαν στο εμπόριο, στον τουρισμό και στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Υπήρχε ισχυρή τοπική παραγωγή, εξωστρέφεια, ρίσκο και επιχειρηματικό όραμα, με πολλές οικογενειακές επιχειρήσεις να εξελίσσονται σε δυναμικές μονάδες.
Σήμερα, η εικόνα είναι πιο ώριμη αλλά και πιο πιεσμένη. Ο τουρισμός παραμένει ο βασικός πυλώνας της οικονομίας, ωστόσο η μονοκαλλιέργειά του δημιουργεί εξάρτηση και ευαλωτότητα σε κρίσεις, όπως φάνηκε έντονα με την πανδημία και τις πρόσφατες φυσικές καταστροφές. Παράλληλα, το αυξημένο λειτουργικό κόστος, η εποχικότητα, η έλλειψη εργατικού δυναμικού και οι δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδότηση δοκιμάζουν την αντοχή των επιχειρήσεων.
Ωστόσο, μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδύεται και μια νέα επιχειρηματική νοοτροπία: νεότεροι επιχειρηματίες επενδύουν στην ποιότητα, στη βιωσιμότητα, στον θεματικό τουρισμό, στην ψηφιακή παρουσία και στη διασύνδεση του τουρισμού με τον πρωτογενή τομέα και τον πολιτισμό. Υπάρχει δυναμική, αλλά απαιτείται στρατηγικός σχεδιασμός, υποστήριξη της νησιωτικότητας και πολιτικές που θα ενισχύσουν τη διαφοροποίηση της οικονομίας.
Συνολικά, το επιχειρείν στα Δωδεκάνησα σήμερα δεν θυμίζει την ανεμελιά και τον αυθορμητισμό της εποχής του «θαύματος», αλλά χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερο επαγγελματισμό, προσαρμοστικότητα και ανάγκη για ανθεκτικά επιχειρηματικά μοντέλα. Το στοίχημα πλέον δεν είναι η ταχεία ανάπτυξη, αλλά η βιώσιμη ανάπτυξη με διάρκεια.• Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο μεγαλύτερος εχθρός της υγιούς επιχειρηματικότητας και τι οφείλει να επιδιώξει η τοπική και η κεντρική διοίκηση τα επόμενα χρόνια;
Κατά τη γνώμη μου, ο μεγαλύτερος εχθρός της υγιούς επιχειρηματικότητας σήμερα δεν είναι η έλλειψη ιδεών ή διάθεσης για δουλειά, αλλά η αβεβαιότητα. Η συνεχής μεταβολή κανόνων, η γραφειοκρατία, η φορολογική αστάθεια και η απουσία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού δυσκολεύουν κάθε σοβαρή επιχειρηματική προσπάθεια ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονα χαρακτηριστικά νησιωτικότητας, όπως τα Δωδεκάνησα.


Η τοπική και η κεντρική διοίκηση οφείλουν τα επόμενα χρόνια να επιδιώξουν συγκεκριμένους στόχους:
• Σταθερό και απλό θεσμικό πλαίσιο, ώστε ο επιχειρηματίας να γνωρίζει τι ισχύει και να μπορεί να προγραμματίσει σε βάθος χρόνου.
• Ουσιαστική μείωση της γραφειοκρατίας, με ψηφιοποίηση διαδικασιών και ταχύτερες αδειοδοτήσεις.
• Ενίσχυση της νησιωτικότητας στην πράξη, με ειδικά φορολογικά και χρηματοδοτικά εργαλεία που να λαμβάνουν υπόψη το αυξημένο κόστος λειτουργίας στα νησιά.
• Στήριξη της διαφοροποίησης της οικονομίας, μέσα από την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα, της μεταποίησης, της καινοτομίας και των συνεργατικών σχημάτων.
• Επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό, με εκπαίδευση, κατάρτιση και κίνητρα παραμονής των νέων στα νησιά.
Σε τελική ανάλυση, η υγιής επιχειρηματικότητα δεν ζητά προνόμια, αλλά κανόνες, σταθερότητα και συνεργασία. Αν αυτά διασφαλιστούν, τα Δωδεκάνησα μπορούν όχι μόνο να διατηρήσουν τη δυναμική τους, αλλά και να χτίσουν ένα πιο ισορροπημένο και ανθεκτικό αναπτυξιακό μοντέλο για τα επόμενα χρόνια.
• Η μερική επιστροφή των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα Δωδεκάνησα, πλην της Ρόδου, φαίνεται να συνοδεύεται από πολιτικό και δημοσιονομικό κόστος για την κυβέρνηση. Πιστεύετε ότι αυτή η πίεση αποτυπώνει πραγματικά την έννοια της νησιωτικότητας; Τελικά, μπορεί να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη στα νησιά χωρίς σταθερά φορολογικά αντισταθμίσματα;
Η συζήτηση γύρω από τους μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ στα Δωδεκάνησα αποκαλύπτει ένα βαθύτερο ζήτημα: το πώς αντιλαμβανόμαστε στην πράξη και όχι θεωρητικά, την έννοια της νησιωτικότητας.
Η πίεση που ασκείται στην κυβέρνηση, είτε πολιτική είτε δημοσιονομική, δείχνει ότι η νησιωτικότητα εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως εξαίρεση και λιγότερο ως διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της χώρας. Όταν κάθε μέτρο στήριξης παρουσιάζεται ως «κόστος», τότε χάνεται η ουσία: ότι στα νησιά το κόστος ζωής, μεταφοράς, ενέργειας και λειτουργίας των επιχειρήσεων είναι μόνιμα και αντικειμενικά υψηλότερο.
Η μερική επαναφορά των μειωμένων συντελεστών και μάλιστα με γεωγραφικές εξαιρέσεις όπως η Ρόδος, δεν αποτυπώνει μια ολοκληρωμένη πολιτική νησιωτικότητας, αλλά μια αποσπασματική διαχείριση πιέσεων.
Η νησιωτικότητα, όμως, δεν μπορεί να εφαρμόζεται «κατά περίπτωση» ή «ανά νησί», γιατί τότε υπονομεύεται και η κοινωνική συνοχή και η αναπτυξιακή ισορροπία της περιοχής.
Σε ό,τι αφορά στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, δύσκολα μπορεί να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη στα νησιά χωρίς σταθερά φορολογικά αντισταθμίσματα. Όχι επειδή τα νησιά ζητούν προνομιακή μεταχείριση, αλλά επειδή ξεκινούν από άνισες συνθήκες. Χωρίς σταθερούς μηχανισμούς εξισορρόπησης, η επιχειρηματικότητα γίνεται ακριβότερη, λιγότερο ανταγωνιστική και τελικά πιο ευάλωτη.
Η βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει σταθερότητα, προβλεψιμότητα και δικαιοσύνη. Όταν τα φορολογικά μέτρα αλλάζουν συνεχώς ή χρησιμοποιούνται ως εργαλείο πολιτικής διαπραγμάτευσης, δεν ενισχύεται η ανάπτυξη — ενισχύεται η αβεβαιότητα.
Συνεπώς, η νησιωτικότητα δεν μπορεί να περιορίζεται σε επικοινωνιακές αναφορές. Πρέπει να μεταφράζεται σε μόνιμες πολιτικές, με σταθερά φορολογικά αντισταθμίσματα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Μόνο έτσι τα νησιά μπορούν να αναπτυχθούν βιώσιμα, να κρατήσουν τον πληθυσμό τους και να συνεχίσουν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην εθνική οικονομία.


• Η μακροχρόνια συνεργασία σας με τον περιφερειάρχη Γιώργο Χατζημάρκο, αρχικά από τα χρόνια του Επιμελητηρίου και στη συνέχεια από τη θέση σας ως εκτελεστικός γραμματέας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, έχει διαρκέσει σε απαιτητικές περιόδους. Τι θεωρείτε ότι έκανε αυτή τη συνεργασία ανθεκτική στον χρόνο και ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το μοντέλο διοίκησης που χρειάζονται σήμερα οι Περιφέρειες για να παράγουν ουσιαστικό έργο;
Η συνεργασία μου με τον Γιώργο Χατζημάρκο πράγματι ξεκίνησε από τα χρόνια του Επιμελητηρίου και συνεχίστηκε στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου σε ιδιαίτερα απαιτητικές και συχνά κρίσιμες περιόδους. Το γεγονός ότι άντεξε στον χρόνο δεν ήταν αποτέλεσμα συγκυρίας, αλλά βασίστηκε σε ορισμένες σταθερές αρχές.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Σε δύσκολες εποχές, οικονομική κρίση, πανδημία, φυσικές καταστροφές, η αποτελεσματικότητα δεν κρίνεται από τις προθέσεις, αλλά από την ταχύτητα λήψης αποφάσεων και τη συνέπεια στην υλοποίηση. Αυτό απαιτεί καθαρές αρμοδιότητες και συνεργασία χωρίς προσωπικές ατζέντες.
Υπήρξε διαχρονικά σεβασμός στον θεσμικό ρόλο και στους ανθρώπους της διοίκησης. Η πολιτική κατεύθυνση συνδυάστηκε με τεχνοκρατική επάρκεια, κάτι που επέτρεψε στην Περιφέρεια να λειτουργεί με συνέχεια και επαγγελματισμό, ακόμη και σε περιόδους έντονης πίεσης.
Όσον αφορά στο μοντέλο διοίκησης που χρειάζονται σήμερα οι Περιφέρειες, πιστεύω ότι πρέπει να στηρίζεται σε τέσσερις βασικούς άξονες:
• Στρατηγικό σχεδιασμό με μετρήσιμους στόχους, όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις.
• Ισχυρή διοικητική δομή, με αξιοποίηση στελεχών γνώσης και εμπειρίας.
• Ταχύτητα και ευελιξία, ειδικά σε περιοχές με γεωγραφικές ιδιαιτερότητες όπως το Νότιο Αιγαίο.
• Συνεργασίες, τόσο με θεσμούς όσο και με την κοινωνία και την επιχειρηματικότητα.
Οι Περιφέρειες σήμερα δεν αρκεί να είναι ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ κράτους και τοπικών κοινωνιών. Οφείλουν να λειτουργούν ως κόμβοι ανάπτυξης, με διοίκηση που συνδυάζει πολιτική ευθύνη, τεχνοκρατική επάρκεια και διαρκή λογοδοσία.
Μόνο έτσι μπορεί να παραχθεί ουσιαστικό έργο με διάρκεια, έργο που δεν εξαντλείται σε μια θητεία, αλλά αφήνει πραγματικό αποτύπωμα στον τόπο.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου