Αίτηση για την επίσπευση δικογραφίας που αφορά υπόθεση κακουργηματικής απάτης, υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας, που εκκρεμεί επί 8ετία στο στάδιο της προδικασίας, χωρίς να έχει επιληφθεί αρμοδίως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου και ελλοχεύει κίνδυνος παραγραφής, υπέβαλε χθες ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου επιχειρηματίας της Ρόδου.Η έρευνα για την υπόθεση ξεκίνησε µετά την υποβολή µήνυσης σε βάρος του κατηγορούµενου το Νοέµβριο του 2009 από τον επιχειρηµατία, πρώην συνέταιρό του.
Ο φερόµενος ως θύµα, µηνυτής, εξιστορεί στην πολυσέλιδη µηνυτήρια αναφορά του ότι το φθινόπωρο του 2005, ενόψει της πολυετούς γνωριµίας και εργασίας του στο εστιατόριο του αντιδίκου, του πρότεινε να ξεκινήσουν µια εργολαβική εταιρεία µε σκοπό την ανάληψη εργολαβικών έργων ακινήτων και την τοποθέτηση και εµπορία δοµικών υλικών και φωτοβολταϊκών.
Του πρότεινε, όπως αναφέρει, να έθεταν ως κεφάλαιο στην εταιρεία χρήµατα που θα ελάµβανε από δάνειο υποθηκεύοντας ακίνητο ιδιοκτησίας του ώστε να αγοράσουν διάφορα οικόπεδα στο νησί, να κτίσουν σ’ αυτά και να τα µεταπωλήσουν.
Ο µηνυτής πείσθηκε, προσηµείωσε το ακίνητό του και έλαβε δάνειο ύψους 243.000 ευρώ εκ των οποίων 193.000 ευρώ παρέδωσε στον µηνυόµενο.
Ο τελευταίος θα τα χρησιµοποιούσε για την αγορά τριών ακινήτων στο όνοµα του µηνυτή και συγκεκριµένα για την αγορά ενός ακινήτου στην Παστίδα και δύο στην περιοχή Τσαΐρι.
Ο µηνυόµενος άρχισε εξάλλου τις διαδικασίες για τη σύσταση της εργολαβικής εταιρείας, η οποία, όπως έλεγε στο µηνυτή, θα ήταν µονοπρόσωπη ΕΠΕ µε εκείνον εταίρο, διότι ο µηνυόµενος χρωστούσε µεγάλα χρηµατικά ποσά στη Δ.Ο.Υ και στο ΙΚΑ.
Αµέσως µετά την αγορά των ως άνω οικοπέδων, στο όνοµά του µηνυτή, ο µηνυόµενος, όπως υποστηρίζεται στην αναφορά, κανόνισε να λάβει δάνεια στεγαστικά στο όνοµα του, τα οποία εκταµίευσε ο ίδιος χωρίς ο µηνυτής να έχει χορηγήσει ειδικό πληρεξούσιο συµβολαιογραφικό ή εξουσιοδότηση µε το γνήσιο της υπογραφής του.
Συγκεκριµένα για την αγορά ακινήτου στην Παστίδα, ο µηνυόµενος συνήψε δάνειο στο όνοµα του µηνυτή ύψους 525.000 ευρώ, ενώ για τις µερίδες γαιών Κοσκινού συνήψε δάνειο ύψους 152.000 ευρώ τα οποία εισέπραξε ο ίδιος.
Ο µηνυτής επισηµαίνει ακόµη ότι αν ανατρέξει κανείς στα κτηµατολογικά βιβλία διαπιστώνεται από τις πωλήσεις, που τον έβαζε ο αντίδικος να κάνει σε τρίτους ότι οι αγοραστές ελάµβαναν δάνεια από την ίδια τράπεζα τα οποία εκταµίευε ο µηνυόµενος αντί ο ίδιος, µε υπέρογκα και αφύσικα ποσά.
Υποστηρίζει ότι ο µηνυόµενος τον έπειθε παραπέρα να προβαίνει σε πωλήσεις οριζοντίων ιδιοκτησιών που θα κατασκευάζονταν. Επρόκειτο, όπως ισχυρίζεται, για ακίνητα στα οποία είχε γίνει η οριζόντιος ιδιοκτησία αλλά δεν είχε κτιστεί το ακίνητο ή κτίστηκε µόνο σε µπετά και ο µηνυτής δεν εισέπραττε το τίµηµα των συµβολαίων.
Καταγγέλλει παραπέρα ότι ο µηνυόµενος κατόρθωσε παρανόµως να του εξασφαλίσει ενηµερότητα από τη ΔΟΥ Ρόδου παρότι όφειλε ποσό άνω των 20.000 ευρώ. Χρησιµοποίησε, όπως υποστηρίζει, αυτή την ενηµερότητα για να πωλήσει ακίνητό του στην Παστίδα. Πέραν των ανωτέρω ο µηνυτής διατείνεται ότι ο µηνυόµενος πλαστογράφησε την υπογραφή του σε φύλλα µπλοκ επιταγών που είχε εκδώσει επ’ ονόµατί του και τις χρησιµοποίησε.
Εκπληκτος, όπως τονίζει, από την άνοιξη του 2008, άρχισε να λαµβάνει εξώδικες δηλώσεις και δικόγραφα είτε από διάφορες εταιρείες µπετόν είτε από άλλους επιχειρηµατίες µε τους οποίους ουδέποτε είχε συναλλαγή, ενώ ένας εκ των επιχειρηµατιών στους οποίους ο µηνυόµενος είχε διοχετεύσει τις πλαστές επιταγές, προχώρησε σε κατάσχεση της πατρικής κατοικίας του µηνυτή.
Ο κατηγορούμενος απολογούμενος ενώπιον του κ. Ανακριτή τον Φεβρουάριο του 2013 αρνήθηκε τα όσα του αποδίδονται, επισημαίνοντας ότι οι εγκλήσεις που υπεβλήθησαν σε βάρος του είναι παντελώς ψευδείς και αβάσιμες.
Υποστήριξε ότι ο μηνυτής ανέγειρε οικοδομή και ότι ο ίδιος είχε αναλάβει τον συντονισμό των συνεργείων. Κάποια στιγμή του παρουσίασε τρεις επιταγές εταιρίας των αδελφών του, οι οποίοι, όπως του είπε, του χρωστούσαν χρήματα. Οι επιταγές δεν είχαν συμπληρωθεί πλήρως και κατόπιν εντολής του τις συμπλήρωσε και τις έδωσε σε έναν εργολάβο και σε έναν μαρμαρά για οφειλές του συγκεκριμένου έργου.
Επεσήμανε πιο πέρα ότι ουδέποτε είχε ακίνητο στη Παστίδα. Χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς του μηνυτή φανταστικούς και νομικά αβάσιμους. Όπως τόνισε, για την αγορά ακινήτου προ της οποιασδήποτε καταβολής τιμήματος, ο αγοραστής προβαίνει στον κτηματολογικό έλεγχο του ακινήτου, τόσο για το ιδιοκτησιακό καθεστώς όσο και για τυχόν βάρη ή διεκδικήσεις. Κατά δεύτερον, η καταβολή τιμήματος γίνεται αφού πρώτα συνταχθεί συμβολαιογραφικό προσύμφωνο ή συμβόλαιο αγοραπωλησίας, Όπως τόνισε, όλα τα ανωτέρω αποσιωπούνται, όπως και τα κτηματολογικά στοιχεία του δήθεν προς αγορά ακινήτου.
Αρνήθηκε κατηγορηματικά επίσης τους ισχυρισμούς για κλοπές επιταγών και ισχυρίζεται ότι ο λόγος της όλης εγκλήσεως και του όψιμου σεναρίου ήταν να εξευρεθεί τρόπος ανάκλησης των επιταγών του.
Ο κατηγορούμενος μάλιστα διερωτήθηκε ποιο θα ήταν το οικονομικό όφελος, αφού οι επιταγές δόθηκαν σε συνεργεία που εργάζονταν για τον αδελφό του μηνυτή.
Ως συνήγορος πολιτικής αγωγής παρίσταται ο δικηγόρος κ. Μ. Βλάχος.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ