Ζητήθηκε η άσκηση εφέσεως για την αθώωση του δικηγόρου

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Tην άσκηση εφέσεως κατ’ άρθρο 486 του Κ.Ποιν.Δ., κατά της υπ’ αρ. 490/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (επί πλημμελημάτων), με την οποία κρίθηκε αθώος, λόγω αμφιβολιών, δικηγόρος, που βρέθηκε κατηγορούμενος για το αδίκημα της απιστίας κατ’ εξακολούθηση, ζήτησαν χθες από τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, η εκκλησιαστική επιτροπή του Ορθοδόξου Ιερού Ναού Ταξιαρχών και της Ιεράς Μονής Παναγίας Τσαμπίκας Αρχαγγέλου – Ρόδου.
Ο δικηγόρος, όπως έγραψε η “δ”, κατηγορήθηκε για εμπλοκή σε 11 υποθέσεις απατηλών αγωγών χρησικτησίας προνομιακών εκκλησιαστικών ακινήτων του Ιερού Ναού Ταξιαρχών Αρχαγγέλου, της Ιεράς Μονής Παναγιάς Τσαμπίκας Αρχαγγέλου, της Ιεράς Μονής Αγίου Μιχαήλ Αρχαγγέλου Ρόδου, του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Μαλώνας και της Ιεράς Μονής «Καμειρί» Μασάρων.
Από την ακροαματική διαδικασία, ωστόσο, προέκυψαν αμφιβολίες, αν απεκόμισε κέρδος, ενώ δεν προέκυψε ότι εξυπηρέτησε αντιτιθέμενα συμφέροντα.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκλησιαστικής επιτροπής κ. Μηνάς Τσέρκης αφού τονίζει ότι ήταν πλήρως εμπεριστατωμένη και αιτιολογημένη, νομικά και ουσιαστικά, η πρόταση του αξιότιμου Εισαγγελέα της έδρας για να κριθεί ο κατηγορούμενος ένοχος, ζητά την επανεξέταση της ποινικής υπόθεσης για τους ακόλουθους λόγους:
-Διότι το Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τις ληφθείσες ενώπιον του ένορκες καταθέσεις των κλητευθέντων μαρτύρων και ιδίως του εφημέριου Ιερέα του Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου Μαλώνας Παύλου Μουστακέλλη και του εφημέριου Ιερέα του Ι.Ν. Ταξιαρχών Αρχαγγέλου και Ι.Μ. Παναγιάς Τσαμπίκας Αρχαγγέλου Ρόδου, Βασιλείου Στάτη, οι οποίοι, όπως τονίζει, κατά τρόπο ρητό και κατηγορηματικό, χωρίς περιθώριο δημιουργίας οποιασδήποτε αμφιβολίας, κατέθεσαν ότι, για τις επίδικες αγωγές που κατατέθηκαν σε βάρος των Ιερών Ναών από τον δικηγόρο, σε περίοδο μάλιστα που ο ίδιος εκπροσωπούσε ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους ναούς, δεν είχαν καμία απολύτως γνώση για την ύπαρξή τους, αφού ουδέποτε τους κοινοποιήθηκαν, αμφισβητώντας και τις επιδειχθείσες εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή, ουδέποτε είχαν συμφωνήσει για την άσκησή τους, ουδέποτε είχαν συμφωνήσει (ούτε καν συζητήσει) για την εκποίηση ακινήτων της εκκλησίας και ότι ουδέποτε είχε λάβει χώρα οποιαδήποτε αντίθετη συνεννόηση του δικηγόρου με την Ιερά Μητρόπολη Ρόδου.
Υποστηρίζεται πιο πέρα ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθώς και οι καταθέσεις 4 μαρτύρων – εντολέων του δικηγόρου οι οποίοι, κατέθεσαν ρητά και κατηγορηματικά, χωρίς να αφήσουν περιθώριο δημιουργίας οποιασδήποτε αμφιβολίας, ότι οι ίδιοι ανέθεσαν στον δικηγόρο την άσκηση αγωγών χρησικτησίας σε βάρος των Ιερών Ναών εν γνώσει τους ότι ο εν λόγω δικηγόρος την ίδια περίοδο ήταν και πληρεξούσιος δικηγόρος των Ι.Ν., ότι παραιτήθηκαν του δικογράφου των αγωγών που ήσκησε για λογαριασμό τους ο δικηγόρος (που τυπικά υπογράφονται από άλλους δικηγόρους κατ’ απομίμηση των υπογραφών τους, για τις οποίες μάλιστα οι δικηγόροι υπέβαλαν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου και σχετικές μηνυτήριες αναφορές) αμέσως μόλις ξέσπασε το σκάνδαλο και διέρρευσαν οι ενέργειες του δικηγόρου στον τοπικό τύπο, ότι καμία ενημέρωση για τις συνεννοήσεις τους με τον δικηγόρο δεν είχαν οι Ιεροί Ναοί, ούτε οι εκκλησιαστικές επιτροπές και οι Ιερείς τους και ότι αποδέχθηκαν να πληρώσουν όχι σε κάποιο πρόσωπο της εκκλησίας αλλά στον ίδιο τον κατηγορούμενο δικηγόρο, ο οποίος (στην περίπτωση «Π») ήταν και αυτός που του επέστρεψε τα χρήματα όταν ξέσπασε το σκάνδαλο.

Θεωρεί παραπέρα ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθώς οι καταθέσεις 6 δικηγόρων οι οποίοι, όπως τονίζεται στην αίτηση, ρητά και κατηγορηματικά κατέθεσαν ότι οι επίμαχες αγωγές χρησικτησίας, για τις οποίες υπέβαλαν μηνυτήριες αναφορές στον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, οι οποίες εστρέφοντο κατά των Ιερών Ναών, δεν είχαν υπογραφεί από τους ίδιους, ενώ είχαν συνταχθεί και είχαν τεθεί οι σφραγίδες τους σε αυτές, κατ’ απομίμησή τους και χωρίς την σύμφωνη γνώμη τους. Επισημαίνεται επιπλέον ότι ιδιαίτερα τρεις δικηγόροι κατέθεσαν ότι δεν θα συναινούσαν στην άσκηση των αγωγών αυτών, έστω και εάν εκ των υστέρων τους ερωτούσε ο κατηγορούμενος για να τις ασκήσει, ενόψει του ότι οι ίδιοι δεν ήταν γνώστες των πραγματικών περιστατικών των υποθέσεων.
Στην ίδια αίτηση υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας και ειδικότερα 2 πρακτικά συνεδριάσεων της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Ι.Ν. Ταξιαρχών Αρχαγγέλου και Ι.Μ. Παναγιάς Τσαμπίκας Ρόδου, ένα πρακτικό συνεδριάσεως της εκκλησιαστικής επιτροπής του Ι.Ν. Αγίου Γεωργίου Μαλώνας, 7 αγωγές που κατατέθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, 3 αγωγές που κατατέθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικειου και την από 9 Φεβρουαρίου 2007 απόφαση και το ταυτάριθμο πρακτικό συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου.
Στην ίδια αίτηση υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά στην κρινόμενη παραβίαση του κανόνα δικαίου και ότι από την ακροαματική διαδικασία πλήρως και σαφώς αποδείχθηκε η τέλεση της πράξης της απιστίας κατ’ εξακολούθηση εκ μέρους του κατηγορουμένου, δια της πληρώσεως των προϋποθέσεων της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχετικά