Ζήτησε να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης

Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας προσέφυγε χθες γνωστή ατομική εταιρεία εμπορίας οικοδομικών υλικών και οικιακού εξοπλισμού, με κύρια δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο ξενοδοχειακού εξοπλισμού, επίπλων και οικοδομικών υλικών και επί πλέον το εμπόριο πλακιδίων και ειδών υγιεινής, με αίτημα την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης, να οριστεί χρόνος παύσης των πληρωμών, να σφραγιστεί η περιουσία του ιδιοκτήτη και να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί.
Η επιχείρηση δραστηριοποιείται από το έτος 1999 και προμηθεύεται από την Ελλάδα και την αλλοδαπή πλακίδια, είδη υγιεινής, φωτιστικά, έπιπλα, δομικά υλικά, είδη στρωματοποιΐας, κουφώματα, υδραυλικά είδη, όπως επίσης και είδη επαγγελματικού εξοπλισμού και επιχειρήσεων εστίασης.
Συνεργάζεται με πλήθος προμηθευτών ανά την Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει στο ενεργητικό της μία επιτυχημένη οικονομική πορεία, με τη συμμετοχή στην υλοποίηση πολλών γνωστών ξενοδοχειακών μονάδων.
Η σταθερή οικονομική κατάσταση και πορεία της επιχείρησης τα προηγούμενα έτη και επί σειρά αυτών, επέτρεπε την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της, τόσο σε επίπεδο επιχειρηματικής ανάπτυξης, όσο και σε επίπεδο οικονομικού σχεδιασμού, με αποτέλεσμα τόσο η επιχείρηση όσο και ο ιδιοκτήτης της ατομικά, να καλύπτουν στο έπακρο τις οικονομικές υποχρεώσεις και λειτουργικές ανάγκες τους.
Η οικονομική πορεία της κατά τα έτη 2006-2008 υπήρξε εντυπωσιακά αυξητική και ο οικονομικός σχεδιασμός της ανετράπη αιφνιδίως στη διάρκεια του 2009, οπότε και η δραστηριότητά της εμφάνισε κάθετη πτώση, σημειώνοντας ζημία της τάξης των 40.000 ευρώ. Την ίδια εικόνα παρουσίασε η επιχείρηση και κατά τα επόμενα δύο έτη 2010 – 2011 και μάλιστα έως σήμερα, δεν κατόρθωσε να ανακάμψει ουσιωδώς.
Η πτωτική πορεία της επιχείρησης υπήρξε αιφνίδια και ήταν απότοκος της γενικότερης οικονομικής κρίσης που ενέσκυψε στην ελληνική εν γένει αγορά και έπληξε καίρια τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ανατρέποντας πλήρως το σκηνικό στον τομέα του εμπορίου και τινάζοντας στον αέρα τζίρους, οικονομικούς σχεδιασμούς και προϋπολογισμούς των επιχειρήσεων.
Την παραπάνω ήδη βεβαρημένη κατάσταση επέτεινε σημαντικά και το γεγονός ότι, πολλοί εκ των πελατών της λόγω της κάμψης και της μειωμένης ζήτησης της αγοράς, σε συνδυασμό με την περιορισμένη τραπεζική χρηματοδότηση, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, βρέθηκαν πλέον σε αδυναμία να εξοφλήσουν εμπρόθεσμα, ως και εξολοκλήρου τις υποχρεώσεις τους, με συνακόλουθο να μην διαθέτει την απαιτούμενη ρευστότητα για την κάλυψη των οικονομικών της υποχρεώσεων.
Οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν προκειμένου να ανακάμψει η επιχείρηση δεν στέφθηκαν με επιτυχία, καθόσον ο κύκλος των εργασιών της υπήρξε αντιστρόφως ανάλογος των διαρκώς αυξανόμενων χρεών και οικονομικών υποχρεώσεων.
Φέρεται συγκεκριμένα να οφείλει σε 46 προμηθευτές 154.096 ευρώ, για 91 επιταγές 1.157.909 ευρώ και σε 9 τράπεζες 1.917.578 ευρώ.
Εξαιτίας των οφειλών της εταιρείας έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση σε 3 ακίνητα ιδιοκτησίας του ιδιοκτήτη ενώ ακίνητα ιδιοκτησίας του φέρουν 28 βάρη από προσημειώσεις και υποθήκες τραπεζών.
Με την αίτησή του ζητά την εφαρμογή της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 3 ΠτΚ (Ν. 3588/2007) που ορίζει ότι, «σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης που αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών)», ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, «επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης αποτελεί λόγο κήρυξης της πτώχευσης, όταν την κήρυξή της ζητεί ο οφειλέτης».
Ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας εισάγει για πρώτη φορά την επαπειλούμενη αδυναμία, ως αντικειμενική προϋπόθεση, μόνο για την περίπτωση που ο ίδιος ο οφειλέτης, χωρίς να έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών, ζητεί να κηρυχθεί σε πτώχευση.
Η νέα διάταξη αποβλέπει στη δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης της επερχόμενης αδυναμίας εκπλήρωσης και της συνακόλουθης έγκαιρης λήψης εξυγιαντικών μέτρων, ώστε να υπάρχουν αντίστοιχα καλύτερες προϋποθέσεις επιβίωσης, χωρίς βέβαια να αποκλείονται εξωπτωχευτικές ρυθμίσεις και συμφωνίες αναδιοργάνωσης. Η επαπειλούμενη αδυναμία του οφειλέτη συνιστά την πρόβλεψη ότι, αυτός δεν θα διαθέτει τα απαιτούμενα μέσα ρευστότητας και ως εκ τούτου δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις έναντι αυτού απαιτήσεις όταν καταστούν ληξιπρόθεσμες.
Ο ιδιοκτήτης της εταιρείας επισημαίνει ότι η επικείμενη αδυναμία του δεν οφείλεται σε πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια ή έστω σε παροδική διαταραχή του ρυθμού των πληρωμών, αλλά στο γεγονός ότι, πρόκειται να περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία αντιμετώπισης των μελλοντικών, ληξιπρόθεσμων και απαιτητών χρεών του, με αποτέλεσμα να έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα η εμπορική του πίστη και κατ’ επέκταση η εμπορική πίστη της επιχείρησης που διατηρεί, ώστε διαβλέπει πως καθίσταται ουσιαστικά και πραγματικά αδύνατο να ανακάμψει καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
Επισημαίνει δε ότι τα περιουσιακά του στοιχεία και αυτά της επιχείρησής του θα επαρκέσουν για την κάλυψη των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας.
Την εταιρεία εκπροσωπούν οι δικηγόροι κκ Στυλιανή Ρουμπέτη και Ασημάκης Ασημακόπουλος.