Ξενοδοχειακή εταιρεία εγκαλεί ελαιοχρωματιστή για εκβίαση!

Τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για τη διαπίστωση τυχόν τελέσεως των αδικημάτων της εκβίασης κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, της κακουργηματικής απάτης και της απάτης ενώπιον δικαστηρίου παρήγγειλε στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ρόδου ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Κ. Μπούτσικος μετά την υποβολή μήνυσης γνωστής ανώνυμης ξενοδοχειακής επιχείρησης σε βάρος αλλοδαπού ελαιοχρωματιστή!!.
Η εταιρεία που εκμεταλλεύεται τρεις ξενοδοχειακές μονάδες στο νησί και μισθώνει άλλες είχε αναθέσει στον μηνυόμενο την πραγματοποίηση εργασιών ελαιοχρωματισμού και μονώσεων από το έτος 2005 έως το έτος 2010.
Συνήψαν με τον αλλοδαπό 9 εργολαβικά συμφωνητικά και εκείνος ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει χρωματουργικές και μονωτικές εργασίες έναντι συγκεκριμένου ποσού.
Όπως υποστηρίζει η εταιρεία λόγω της ποικιλότητας των εργασιών και της διαδοχικής εκτέλεσής τους σε διαφορετικά κτηριακά ξενοδοχειακά συγκροτήματα ήταν αναγκαία η επιμέτρηση των επιμέρους εργασιών (κάθε κτηρίου χωριστά) γεγονός το οποίο θα καθυστερούσε την πρόοδο του έργου.
Υποστηρίζουν ότι εντελώς καλόπιστα αποδέχθηκαν την πρότασή του να του καταβάλλουν είτε με μετρητά είτε με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές διάφορα ποσά έναντι της επιμέτρησης των εργασιών.
Με το σύστημα αυτό η εταιρεία φέρεται να του κατέβαλε μέχρι σήμερα 2.610.596 ευρώ και συγκεκριμένα σε μετρητά 2.125.596 ¤ και σε αξιόγραφα 485.000 ¤ χωρίς να έχει προβεί έστω σε ενδεικτική επιμέτρηση των εργασιών που κάθε φορά εκτελούσε.
Διατείνεται παραπέρα ότι ενώ ο μηνυόμενος έλαβε το ως άνω ποσό, μετά τη δέσμευσή του για μελλοντική επιμέτρηση, εξέδωσε και παρέδωσε στην εταιρεία 13 δελτία παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού (μαζί με τον αναλογούντα Φ.Π.Α.) 2.102.894,91 ευρώ.
Η εταιρεία υποστηρίζει ότι ο μηνυόμενος προέβαινε ανελλιπώς και εν αγνοία της σε επιμετρήσεις των εργασιών που εκτελούσε (χωρίς ποτέ να της γνωστοποιήσει την ύπαρξη και κυρίως το αποτέλεσμα των επιμετρήσεων αυτών) και συνεπώς γνώριζε κάθε φορά που εισέπραττε από την εταιρεία είτε μετρητά είτε αξιόγραφα (έναντι των εργασιών) ότι η αξία των εκτελούμενων από αυτόν εργασιών ήταν υποδεέστερη από την αξία των χρημάτων και των μεταχρονολογημένων επιταγών που απαιτούσε και η εταιρεία καλόπιστα του κατέβαλαν.
Στις 30 Αυγούστου 2011 φέρεται να εμφάνισε και να σφράγισε ως απλήρωτη τραπεζική επιταγή αξίας 255.000 ευρώ και ημερομηνία πληρωμής 30 Αυγούστου 2011 ενώ εγνώριζε ότι δεν εδικαιούτο να την εισπράξει διότι τα χρήματα που είχε λάβει υπερκάλυπταν το σύνολο των εργασιών που είχε εκτελέσει. Χρησιμοποιώντας το σώμα της επιταγής εξέδωσε σε βάρος της εταιρείας Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, γεγονός που δημιούργησε τεράστιους κινδύνους και προβλήματα στην εταιρεία αφού πέραν της εγγραφής της στον κατάλογο των δυσμενών στοιχείων του Τειρεσία διέτρεξε τον κίνδυνο να «κλείσουν» τα δάνεια που είχε λάβει και παράλληλα να χάσει την πιστοληπτική της ικανότητα.
Ισχυρίζεται ότι το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύτηκε και κάλεσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας σε γραφείο δικηγόρου προκειμένου να εξευρεθεί όπως δήλωσε «λύση».
Εκεί όπως διατείνεται η εταιρεία ετέθη στον εκπρόσωπό της το εκβιαστικό, όπως το χαρακτηρίζει δίλημμα, ή να υπογράψει την αναγνώριση του χρέους της επιταγής των 255.000 ευρώ και θα την αντικαθιστούσε με επιταγές και συναλλαγματικές ή θα γινόταν καταχώρηση στο σύστημα Τειρεσίας και αναγκαστική εκτέλεση.
Ο εκπρόσωπος της εταιρείας υπέγραψε τον Οκτώβριο του 2011 το συμφωνητικό. Η εταιρεία υποστηρίζει παραπέρα ότι τον Μάρτιο του 2012 ο μηνυόμενος επέδωσε αντίγραφο του απογράφου διαταγής πληρωμής απαιτώντας να του καταβληθεί για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το συνολικό ποσό των 210.787,34 ευρώ.
Για την έκδοση της διαταγής πληρωμής χρησιμοποίησε τα σώματα 2 μεταχρονολογημένων καταπιστευτικών επιταγών που του είχαν εκδώσει, με την προοπτική, όπως υποστηρίζει η εταιρεία, της επιμέτρησης των εργασιών.
Η εταιρεία άσκησε ανακοπή ζητώντας την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και κάλεσε τον μηνυόμενο για τη διενέργεια επιμέτρησης. Υποστηρίζει η εταιρεία ότι αρνήθηκε να παρουσιαστεί και τότε απευθύνθηκε σε τεχνικό γραφείο πολιτικού μηχανικού ο οποίος προέβη στην επιμέτρηση και κοστολόγηση των εργασιών.
Με έκπληξη αλλά και αγανάκτηση, όπως τονίζει, διαπιστώθηκε ότι η συνολική αξία των εργασιών που είχε εκτελέσει χωρίς τον αναλογούντα Φ.Π.Α. ανερχόταν στο ποσό του 1.091.312,20 ευρώ και ότι είχε εισπράξει απατηλά επιπλέον 1.519.283,80 ευρώ.
Η εταιρεία υποστηρίζει επιπλέον ότι έχει στη διάθεσή της επιμετρήσεις που είχε ενεργήσει για λογαριασμό του μηνυόμενου ένας επιμετρητής αντίγραφα των οποίων εξασφάλισε.
Σύμφωνα με τις επιμετρήσεις του ίδιου του μηνυόμενου, όπως διατείνεται η εταιρεία, την παραπλανούσε επί 4 και πλέον χρόνια ώστε να εισπράττει χρήματα και να παραλαμβάνει αξιόγραφα για ήδη εξοφλημένες εργασίες.

Την υπόθεση χειρίζονται οι δικηγόροι κ.κ. Φ. Κωστόπουλος και Μ. Κουτσούκος.