Στο προσκήνιο η υπόθεση με τα αναβολικά και τα στερoϊδή

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Στο προσκήνιο επανέρχεται, αυτή τη φορά ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών επί κακουργημάτων πτυχή της υπόθεσης διακίνησης αναβολικών και στεροϊδών φαρμάκων από φαρμακοποιό που δραστηριοποιείτο στη Ρόδο μετά από μήνυση που υπέβαλε σε βάρος του φαρμακευτική εταιρεία με αποτέλεσμα να βρεθεί αντιμέτωπος με τις κατηγορίες της απάτης από κοινού, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.
Ο φαρμακοποιός επιχείρησε συγκεκριμένα την αναίρεση του υπ’ αριθμ.916/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ο Αρειος Πάγος με το υπ’ αρίθμ. 714/2010 βούλευμα που εξέδωσε απέρριψε τις αιτιάσεις του.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών παρέπεμψε συγκεκριμένα τον φαρμακοποιό στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών μαζί με έναν υπήκοο Γαλλίας και ήδη αγνώστου διαμονής για να δικασθούν ως υπαίτιοι για τα εξής:
Ο φαρμακοποιός στα πλαίσια άσκησης της δραστηριότητας του συνεργαζόταν από αρκετά έτη με την μηνύτρια εταιρία που διατηρεί φαρμακαποθήκη προμηθευόμενος απ’αυτήν διάφορες πoσότnτες φαρμάκων.
Στις αρχές του θέρους του έτους 2003 εμφανίστηκε στα γραφεία της μηνύτριας εταιρίας μαζί με τον Γάλλο υπήκοο, τον οποίο συνέστησε ως νόμιμο εκπρόσωπο γαλλικής εταιρίας φαρμάκων με την οποία ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε συνεργαστεί πολλές φορές στο παρελθόν.
Ενεργώντας από κοινού παρέστησαν ψευδώς στον εκπρόσωπο της μηνύτριας ότι η γαλλική αυτή εταιρία της οποίας ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν δήθεν εκπρόσωπος επιθυμεί να παραγγείλει μια μεγάλη ποσότητα των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων STANOZOLE και OXYBOLONE με σκοπό την εξαγωγή τους στη Γαλλία.
Ο εκπρόσωπος της φαρμακευτικής πείσθηκε από τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων, ενόψει μάλιστα της μακροχρόνιας συνεργασίας που είχε στο παρελθόν με τον φαρμακοποιό να προβεί στη σχετική πώληση προς τη γαλλική εταιρία των φαρμακευτικών αυτών ιδιοσκευασμάτων συνολικής αξίας 204.130 ευρώ.
Στη συνέχεια ο φαρμακοποιός εμφανίσθηκε στην έδρα της μηνύτριας εταιρίας στις 28-7-2003, μαζί με άγνωστο συνεργό τους που εμφανίσθηκε ως υπάλληλος της εταιρίας κούριερ με την επωνυμία ACS, ο οποίος παρέλαβε μέρος των εμπορευμάτων, υποτίθεται με σκοπό να παραδοθούν αυτά στην ανωτέρω αγοράστρια γαλλική εταιρία.
Συγκεκριμένα παρελήφθησαν 23.600 δισκία του σκευάσματος STANOZOLE bt 30 tabs (σε κουτιά των 30 δισκίων έκαστο), προς 3,32 ευρώ έκαστο, συνολικής αξίας 76.360 ευρώ και 6.700 δισκία του σκευάσματος Oxybolone bt 20 tabs ( σε κουτιά των 20 δισκίων έκαστο) προς 10,70 έκαστο, συνολικής αξίας 71.690 ευρώ.
Για τα εμπορεύματα αυτά, αξίας 148.050 ευρώ, που παραδόθηκαν στον φαρμακοποιό και τον άγνωστο συνεργό τους, η μηνύτρια εταιρία εξέδωσε και παρέδωσε τιμολόγιο και δελτίο αποστολής, ενώ ο άγνωστος δράστης, υποτίθεται υπάλληλος της πιο πάνω εταιρίας κούριερ, εξέδωσε και παρέδωσε στον εκπρόσωπο της φαρμακευτικής πλαστό αποδεικτικό παράδοσης- παραλαβής της εταιρίας κούριερ με την επωνυμία ACS.
Ο φαρμακοποιός κατέβαλε εξ ιδίων μέρος της αξίας των παραληφθέντων εμπορευμάτων στο νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας και συγκεκριμένα το ποσό των 50.000 ευρώ σε μετρητά.
Ακολούθως, την 8-8-2003 εμφανίσθηκε ο ίδιος Γάλλος στο νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, μαζί με τον φαρμακοποιό και τον υποτιθέμενο υπάλληλο κούριερ της εταιρίας ACS και τον έπεισαν να τους παραδώσει το υπόλοιπο μέρος των εμπορευμάτων, δηλαδή 4.000 δισκία του σκευάσματος “STANOZOLE bt 30 tabs (σε κουτιά των 30 δισκίων έκαστο) προς 3,32 ευρώ έκαστο, συνολικής αξίας 13.280 ευρώ και 4.000 δισκία του σκευάσματος “Oxybolone” σε κουτιά των 20 δισκίων έκαστο προς 10,70 ευρώ το καθένα, συνολικής αξίας 42.800 ευρώ (αμφότερα τα σκευάσματα είχαν αξία 56.080 ευρώ) υποτίθεται με σκοπό να τα παραδώσει στην ανωτέρω αγοράστρια εταιρία.
Η μηνύτρια εταιρία εξέδωσε και τους παρέδωσε τιμολόγιο και δελτίο αποστολής και ο άγνωστος συνεργός τους, υποτίθεται υπάλληλος της πιο πάνω εταιρίας κούριερ, εξέδωσε και παρέδωσε στον νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας πλαστό αποδεικτικό παράδοσης- παραλαβής της εταιρίας κούριερ με την επωνυμία ACS.
Την ίδια ημέρα [8.8.2003] ο φαρμακοποιός κατέλαβε και πάλι με δικά του χρήματα μέρος της αξίας των εμπορευμάτων ποσού 50.000 ευρώ ενώ απέμεινε ανεξόφλητο ποσό 104.130 ευρώ.
Για το υπόλοιπο μέρος του τιμήματος των φαρμάκων, που ανήλθε συνολικά σε 204.130 ευρώ, ποσού 104.130 ευρώ, ο φαρμακοποιός παρέδωσε στον εκπρόσωπο της φαρμακευτικές μεταχρονολογημένες επιταγές και τις παρέδωσε έναντι μέρους του τιμήματος στον εκπρόσωπο της φαρμακευτικής με τη διαβεβαίωση ότι θα πληρωθούν πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησης τους, μάλιστα οι δύο πρώτες ανακλήθηκαν λόγω κλοπής τους.
Όλα όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή καθόσον η γαλλική εταιρία ουδέποτε προτίθετο να συνάψει σύμβαση αγοραπωλησίας αναβολικών φαρμάκων, με τη μηνύτρια εταιρία, ουδέποτε είχε αποστείλει στην Ελλάδα νόμιμο εκπρόσωπο της για να παραλάβει τα εμπορεύματα αυτά, ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν ήταν ο συνεργός του φαρμακοποιού, ουδέποτε παρήγγειλε και παρέλαβε η γαλλική εταιρία τα εμπορεύματα αυτά.
Αυτά δε διαπιστώθηκαν με Έκθεση Ελέγχου και Επεξεργασίας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, καθόσον η μηνύτρια εταιρία κατηγορήθηκε για εικονικές συναλλαγές, ενώ προέκυψε ότι οι αποδείξεις της παραπάνω εταιρίας κούριερ ήταν πλαστές και ο εμφανισθείς ως υπάλληλος της, ουδέποτε εργάσθηκε σ’ αυτήν.
Μάλιστα στην μηνύτρια εταιρία επιβλήθηκε πρόστιμο για τα δύο παραπάνω εικονικά τιμολόγια για τις ενδοκοινοτικές παραδόσεις που πραγματοποίησε δήθεν προς τη γαλλική εταιρία ποσού 408.260 ευρώ.
Οι ως άνω κατηγορούμενοι δρούσαν από κοινού και με τον άγνωστο συνεργό τους βάσει οργανωμένου σχεδίου με σκοπό αφού εξαπατήσουν τη μηνύτρια και προμηθευτούν απ’αυτήν τα εν λόγω αναβολικά σκευάσματα να τα διακινήσουν ακολούθως σε διάφορες περιοχές της ελληνικής επικράτειας , με τις ψευδείς δε παραστάσεις τους ότι η παραγγελία και η πώληση των φαρμάκων γίνεται προς τη γαλλική εταιρία έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της μηνύτριας εταιρίας να τους παραδώσει εμπορεύματα συνολικής αξίας 204.130 ευρώ, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η μηνύτρια εταιρία κατά το ποσό των 104.130 ευρώ, δηλαδή το μέρος του τιμήματος που έμεινε ανεξόφλητο, με αντίστοιχο δικό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ.
Ο φαρμακοποιός σύμφωνα με το ίδιο βούλευμα διατείνεται ότι δεν είχε εκ δόλου συμμετοχή στις αξιόποινες πράξεις, διότι, όπως ισχυρίζεται, εξαπατήθηκε και ο ίδιος από τον συγκατηγορούμενό του Γαλλικής υπηκοότητας.