Κουραστικές, βαριές και χωρίς ενδιαφέρον κυλούν οι μέρες της σαιζόν για την πλειονότητα των καταστηματαρχών που έχουν για πελάτες τους τουρίστες. Είτε στη μεσαιωνική πόλη, είτε στη νέα αγορά η εικόνα είναι ίδια’ επισκέπτες που περιδιαβαίνουν τους δρόμους, κοιτάζουν τις βιτρίνες, ενίοτε ρωτούν τους εμπόρους για κάτι που μπορεί να τους κέντρισε το ενδιαφέρον και αφού πάρουν απάντηση συνεχίζουν το δρόμο τους με άδεια χέρια.
Οι δύο πρώτοι μήνες της φετινής τουριστικής σαιζόν είναι οι χειρότεροι όλων των εποχών, λένε οι ίδιοι καταστηματάρχες της Ρόδου. Το αγοραστικό τους ενδιαφέρον και ενδεχομένως η αγοραστική τους δυνατότητα βρίσκονται στο μηδέν. Αυτό αποτυπώνεται καθημερινά στα ταμεία των καταστημάτων. Οι μέρες κυλούν χωρίς σεφτέ και αυτό αποτυπώνεται αμέσως στη ψυχολογία των καταστηματαρχών που προσπαθούν να επιβιώσουν επιχειρηματικά και να ισορροπήσουν τη συμπεριφορά τους μεταξύ της ανάγκης να παραμείνουν ευγενείς σε μια καθημερινότητα γεμάτη πιεστικές υποχρεώσεις.
Τα κρουαζιερόπλοια, παρότι φέρνουν σε κάθε τους προσέγγιση εκατοντάδες επισκέπτες, εν τούτοις έχει διαπιστωθεί πως η τοπική αγορά τους αφήνει αδιάφορους. Ούτε τα χρυσοχοεία, ούτε τα υφάσματα, ούτε οι ομπρέλες, ούτε καν τα διαφημιστικά μπλουζάκια κινούνται. Μόνο τα αναμνηστικά, μαγνητάκια ψυγείων των δύο ευρώ και ορισμένα οβελιστήρια έχουν πελατεία.
Βεβαίως ούτε λόγος να γίνεται για τα καταστήματα που διαθέτουν τα λεγόμενα βαριά εμπορεύματα, εκείνα δηλαδή, που η αξία τους είναι αρκετά μεγάλη. Γι’ αυτά μπορεί να περάσουν εβδομάδες ολόκληρες μέχρι να εισέλθει ένας πελάτης που πραγματικά έχει τη δυνατότητα ν’ αγοράσει κάτι. Ωστόσο, και να έχει τη δυνατότητα αυτή, δεν σημαίνει πως τελικά θα κάνει κάποιου είδους αγορά.
Η αγορά είναι σχεδόν νεκρή. Το Μαντράκι, η Σωκράτους, η Απελλού, η Ερμού και οι υπόλοιποι κεντρικοί δρόμοι έχουν αρχίσει να χάνουν από την αξία της εμπορικότητάς τους. Να σημειωθεί πως αυτό δεν θα επηρεάσει την πορεία των ενοικίων, τα οποία παραμένουν σταθερά στα ύψη. Ισως, η όλη αυτή κατάσταση της αγοράς να έχει θετική επίπτωση στο ύψος του «αέρα» που ζητούν «μαύρα» οι ιδιοκτήτες.
Η εικόνα της αγοράς είναι μερικώς καλύτερη στη Λίνδο, εκεί όπου τα κοντινά, πολυτελή ξενοδοχεία τροφοδοτούν την περιοχή με πελάτες που δεν φοβούνται να ξοδέψουν μερικά ευρώ παραπάνω. Εκεί, καλές δουλειές κάνουν και οι εστιάτορες, κυρίως εκείνοι που έχουν επιλέξει την οδό του ποιοτικού φαγητού.
Οι ελπίδες των καταστηματαρχών της τουριστικής αγοράς έχουν εναποτεθεί στους επόμενους μήνες και στην προοπτική να έρθουν περισσότεροι και εισοδηματικά πιο εύρωστοι επισκέπτες. Οι πολιτικές εξελίξεις αποτελούν το κύριο θέμα συζήτησης σε όλους τους δρόμους και οι αναλύσεις δίνουν και παίρνουν. Συμπέρασμα όλων των συζητήσεων είναι πως η κατάσταση αυτή της αγοράς οφείλεται κυρίως στους πολιτικούς, που «αλληλοτρώγονται για τις καρέκλες αντί να υποστηρίξουν την τουριστική βιομηχανία».
Βέβαια και οι ίδιοι καταστηματάρχες αναγνωρίζουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης στο μηδενικό αγοραστικό ενδιαφέρον. Είναι πολλοί εκείνοι που κάνουν αυτοκριτική για το είδος των εμπορευμάτων που διαθέτουν προς πώληση, το πόσο το εμπόρευμα αυτό έχει ανανεωθεί, πόσο ίδιο φαίνεται στα μάτια των πελατών τους και κυρίως εκείνων που έρχονται ξανά και ξανά στο νησί. Αν και αναγνωρίζουν πως χωρίς νέα εμπορεύματα, χωρίς καινοτομία δεν υπάρχουν πελάτες, εν τούτοις δεν προχωρούν σε αγορές και ανοίγματα, καθώς είτε δεν έχουν την απαραίτητη οικονομική ρευστότητα, είτε αρνούνται να κινηθούν φοβούμενοι τα χειρότερα.
https://www.dimokratiki.gr/arxeio/sto-apolito-miden-to-agorastiko-endiaferon/







