Σοβαρές καταγγελίες εις βάρος αστυνομικών

Χρηματική αποζημίωση συνολικού ύψους 300.000 ευρώ για βλάβες που υπέστη από αυθαιρεσίες δύο αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ροδου διεκδικεί από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και το Ελληνικό Δημόσιο με αγωγή που υπέβαλε χθες ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου ένας κάτοικος Ρόδου.
Στην αγωγή, που υπέβαλε για λογαριασμό του ο δικηγόρος κ Μ. Τεχνίτης, ο μηνυτής υποστηρίζει συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
“Στις 15 Αυγούστου 2009 και περί ώρα 5.30´ το πρωί, επί της λεωφόρου Ρόδου-Καλλιθέας στο ύψος αυτής μετά το Ξενοδοχείο «ΚΡΙΣΤΕΝ ΠΑΛΑΣ» επέβαινα ως συνεπιβάτης στη με αριθμό κυκλοφορίας ΡΚΥ-440 δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο φίλος μου (…), ιδιοκτησίας του, χρώματος μαύρου, στην οποία επίσης επέβαινε και ο έτερος φίλος μας (…) (δηλαδή στη μοτοσυκλέτα επιβαίναμε τρία συνολικά άτομα). Ένα Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο τύπου «NISSAN ALMERA» (παλαιό μοντέλο) χρώματος μπλε, στο οποίο επέβαιναν δύο άτομα με πολιτικά ρούχα (που όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων ήταν οι παραπάνω εγκαλούμενοι αστυνομικοί της ασφάλειας, το δε αυτοκίνητο ήταν υπηρεσιακό της Αστυνομίας με συμβατικές πινακίδες, όπως επίσης αποδείχθηκε εκ των υστέρων), με πρόθεση (δόλο) προσέκρουσε στο οπίσθιο μέρος της παραπάνω μοτοσικλέτας, με απώτερο σκοπό τους την ανατροπή της τελευταίας και βεβαίως όλων των επιβαινόντων σ’ αυτήν, όπως πράγματι συνέβη, δηλαδή του οδηγού, εμού και του έτερου φίλου μας. Από την ανατροπή της μοτοσικλέτας και την πτώση μας στο κράσπεδο της λεωφόρου, τραυματιστήκαμε και οι τρεις επιβαίνοντες. Εξ αιτίας του τραυματισμού μας αυτού μεταφέρθηκα (καθώς και οι άλλοι συνεπιβαίνοντες φίλοι μου) μετά από αρκετή ώρα από τον τραυματισμό μας στο Νοσοκομείο της Ρόδου όπου μας προσφέρθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Οδηγός του εν λόγω Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου ήταν ο πρώτος από τους εναγόμενους αστυνομικούς.
Ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν από την εσκεμμένη πρόσκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου στο οπίσθιο μέρος της μοτοσικλέτας, τόσον εγώ όσο και οι φίλοι μου, ακούσαμε πυροβολισμούς, που προήλθαν από όπλο που κρατούσε ο δεύτερος από τους εναγόμενους αστυνομικούς, ο οποίος πυροβολούσε στον αέρα.
Οι παραπάνω πρώτος και δεύτερος από τους εναγόμενους, δεν πήραν δυστυχώς κάποιο μήνυμα, από τον άδικο χαμό του δεκαεξάχρονου μαθητή που, πριν μερικούς μήνες από το εν λόγω περιστατικό μας, έπεσε νεκρός στο κέντρο της Αθήνας από πυροβολισμούς συναδέλφων τους αστυνομικών (αλλά και άλλων θυμάτων εξ αιτίας άσκοπων πυροβολισμών από όπλα αστυνομικών), ούτε από τον οδυρμό και την θλίψη των γονέων του, ούτε από την αντίδραση της κοινής γνώμης, ούτε από τα γεγονότα που δυστυχώς ακολούθησαν.
Και σαν να μην αρκούσε ο τραυματισμός μας από την με δόλιο τρόπο πρόσκρουση του αυτοκινήτου, ο πρώτος και δεύτερος των εναγομένων αμέσως μετά την πτώση μας, μας έθεσαν χειροπέδες, μας αφαίρεσαν ότι είχαμε στις τσέπες μας (κινητά, πορτοφόλια, τσιγάρα, αναπτήρες κ.λ.π.), τον δε φίλο μας(…), ο δεύτερος των εναγομένων, χαστούκισε. Και όλα τα παραπάνω έγιναν τόσο αιφνιδιαστικά που δεν κατάλαβε κανείς μας τι συμβαίνει. Μας είπαν ότι είναι αστυνομικοί (δεν ήταν ένστολοι, ούτε το αυτοκίνητο που οδηγούσαν έφερε γνωρίσματα υπηρεσιακού της αστυνομίας αυτοκινήτου) και ότι μας συλλαμβάνουν διότι είμαστε ύποπτοι κλοπής(!!), παρά δε τις εκκλήσεις (και τα άλλοθι μας), ότι δεν έχουμε καμία σχέση με κλέφτες και τους εκλιπαρούσαμε να μας μεταφέρουν λόγω του τραυματισμού μας στο Νοσοκομείο, οι παραπάνω εναγόμενοι χωρίς χρονοτριβή αντί να μας πάνε στο Νοσοκομείο, μας οδήγησαν αμέσως (παρά το σπασμένο χέρι του φίλου μας (…), τα αίματα που έτρεχαν από τα πόδια και τα χέρια μου, τα βογγητά από τους πόνους) στο ξενοδοχείο «ΚΑΛΛΙΘΕΑ ΜΑΡΕ», προκειμένου να υποδειχθούμε στους παθόντες της κλοπής για την αναγνώριση μας ως δήθεν κλέφτες(!!!), που βεβαίως ουδεμία σχέση είχαμε με τους δράστες της κλοπής, γεγονός άλλωστε που επιβεβαίωσαν και οι παθόντες της κλοπής. Και κατόπιν αυτού μεταφερθήκαμε και οι τρεις στο Νοσοκομείο Ρόδου”.