Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου προσέφυγε χθες το Ελληνικό Δημόσιο κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου (ήδη Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου) και κατά της υπ΄αριθμ. 42/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου με την οποία απορρίφθηκε, για τυπικό λόγο, η αίτησή του για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί νομέας του ακινήτου που χρησιμοποιούσε η 95 ΑΔΤΕ στο κέντρο της πόλης και να απαγορευθεί οποιαδήποτε πράξη νομής από άλλον.
Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση συγκεκριμένα, αφού κατέλαβε το ακίνητο της 95 ΑΔΤΕ και εκτέλεσε εργασίες αποκατάστασης, συνεχίζει να το χρησιμοποιεί για τη στέγαση υπηρεσιών της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, υποστηρίζοντας ότι ανήκει στην ιδιοκτησία της και στερώντας τη δυνατότητα σε άλλους δημόσιους φορείς να εγκατασταθούν εκεί νομίμως με αίτηση παραχώρησης τμημάτων αυτού από το Δημόσιο, όπως αναφέρεται στην προσφυγή.
Η Νομαρχία Δωδεκανήσου επιδιώκει εξάλλου με έφεσή της και την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 248/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την οποία δικαιώθηκαν οι θέσεις του Ελληνικού Δημοσίου σχετικά με την κυριότητα του ακινήτου στο οποίο στεγαζόταν η Μεραρχία της 95 ΑΔΤΕ στο κέντρο της πόλης αλλά και σε ακόμη 7 ακίνητα τα οποία κατελήφθησαν αυθαιρέτως.
Θυμίζουμε ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο κτήριο ανέκαθεν στέγαζε τόσο διοικητικές, όσο και στρατιωτικές υπηρεσίες. Κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας της αιρετής Νομαρχίας στο ακίνητο αυτό στεγάζονταν Yπηρεσίες του Δημοσίου, ήτοι στρατιωτικές υπηρεσίες, η Aστυνομική Διεύθυνση Δωδεκανήσου και η Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου, καθώς επίσης και υπηρεσίες υπαγόμενες στη Nομαρχία.
Mε την από 20-6-95 αίτηση προς το Kτηματολόγιο Pόδου, ο νομάρχης Δωδ/σου ζήτησε τη μεταγραφή υπέρ της Nομαρχιακής Aυτοδιοίκησης Δωδ/σου, σύμφωνα με το άρθρο 39 ν.2218/94, μεταξύ άλλων και του ακινήτου με KM I 31 οικ. Pόδου.
Eιδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού δημόσιες πολιτικές υπηρεσίες που συγκροτούν τη Νομαρχία καθώς και τα Επαρχεία και οι διοικητικές τους υπηρεσίες καταργούνται αυτοδικαίως με την έναρξη λειτουργίας της Nομαρχιακής Aυτοδιοίκησης.
Η ανωτέρω διάταξη, όμως, έχει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις που στο δημόσιο κτήμα στεγάζονται αποκλειστικώς και αμιγώς υπηρεσίες, οι οποίες με την έναρξη λειτουργίας της Nομαρχιακής Aυτοδιοίκησης καταργούνται αυτοδικαίως και δεν εφαρμόζεται όταν συστεγάζονται (Γνωμ. NΣK 565/1995).
Παρά τα ανωτέρω και ενώ επί του επίδικου ακινήτου, κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας της αιρετής Νομαρχίας, στεγάζονταν περισσότερες μη καταργούμενες υπηρεσίες σε αριθμό, αλλά και υπαλληλικό προσωπικό από τις καταργούμενες, όλως εσφαλμένως και χωρίς να εξετάσει αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου, η επί του Kτηματολογίου Δικαστής με την αριθμ. 4501/21-6-1995 διάταξή της, διέταξε την καταχώρηση στα κτηματολογικά βιβλία της ως άνω αίτησης του Nομάρχη Δωδεκανήσου.
Το Ειρηνοδικείο Ρόδου που εξέτασε την υπόθεση μετά την προσφυγή του Ελληνικού Δημοσίου με την υπ΄αριθμ. 42/2011 απόφασή του την απέρριψε λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας με την ειδικότερη αιτιολογία ότι «σε περίπτωση που αμφισβητείται η νομή ή η κατοχή δημοσίου κτήματος (ακινήτου) μεταξύ του Δημοσίου και Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως εν προκειμένω η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου, που αποτελεί ΟΤΑ δεύτερης βαθμίδας, αρμόδια να επιλύσουν τη διαφορά είναι τα διοικητικά όργανα».
Ελλείψει αρμοδιότητας είχε απορριφθεί εξάλλου και όμοια προσφυγή του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Το Ελληνικό Δημόσιο με την έφεση που υπέβαλε χθες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου τονίζει ότι η κρίση του Ειρηνοδικείου είναι εσφαλμένη επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι όταν η διαφορά αφορά στην ύπαρξη και την αναγνώριση εμπράγματου δικαιώματος κυριότητας τότε η εκδίκασή της υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Τονίζονται δε και τα εξής:
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ασκηθείσα αίτησή μας ζητήθηκε η λήψη προσωρινών μέτρων προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου και η βίαιη αποβολή της εφεσίβλητης από το ακίνητο με Κ.Μ. Ι -31, το οποίο παρανόμως, κατά τα ιστορούμενα στην αίτηση, καταλήφθηκε από την τελευταία, κατ’ επίκληση των προστατευτικών διατάξεων του ΑΚ και του ΚΠολΔ, καθώς και του δικαιώματος νομής του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο.
Είναι, επομένως, πρόδηλο ότι η ένδικη διένεξη δεν δημιουργεί διοικητική διαφορά κατά την έννοια των διατάξεων που προεκτέθηκαν, αλλά ιδιωτική, που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η φύση, εξάλλου, της διαφοράς ως ιδιωτικής δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι η αίτηση στρέφεται κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, καθόσον κρίσιμο κριτήριο δεν είναι αυτό της φύσης του μετέχοντος στη διαφορά προσώπου, αλλά του αντικειμένου της διαφοράς. Η δε εκκαλουμένη που έκρινε τα αντίθετα έσφαλε και πρέπει δια τούτο να εξαφανισθεί.
Επειδή ο λόγος που επικαλούμεθα είναι νόμιμος, βάσιμος και αληθινός.
Για τους λόγους αυτούς
ζητούμε
Να γίνει δεκτή η έφεσή μας.
Να εξαφανισθεί η υπ’ αρ. 42/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου.
Να γίνει δεκτή η από 4-3-2009 αίτησή μας και
Να καταδικαστεί η αντίδικος στη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.













