Προκαταρκτική έρευνα για απάτη και εκβίαση

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για τη διαπίστωση τυχόν τελέσεως των αδικημάτων της απάτης και της εκβίασης, από δύο κατοίκους Αφάντου και έναν κάτοικο Ασγούρου, προκάλεσε μηνυτήρια αναφορά – έγκληση, που υπέβαλε χθες ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, γνωστός έμπορος που δραστηριοποιείται στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου.
Ο έμπορος, που διατηρεί από τριακονταετίας και πλέον κατάστημα πώλησης γουναρικών, χρυσών κοσμημάτων και παρεμφερών ειδών, γνώρισε τους δύο πρώτους εγκαλούμενους από συνεργασία, περιορισμένου οικονομικού μεγέθους με εμφιαλωμένα οινοπνευματώδη ποτά.
Όπως υποστηρίζει εξαιτίας της επικρατούσης οικονομικής ύφεσης στη χώρα και της πτώσης η οποία παρατηρείται στην αγορά της Ρόδου κατά τους χειμερινούς μήνες, κυρίως στα καταστήματα της Μεσαιωνικής Πόλης, το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας μετρητών για κάλυψη ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του προς τρίτους.
Υποστηρίζει ότι ο πρώτος εγκαλούμενος προσφέρθηκε να τον εξυπηρετήσει εφόσον διέθετε φύλλα επιταγών τις οποίες θα μπορούσε, εφόσον τις εξέδιδε στη διαταγή της δεύτερης συζύγου του, να καταθέσει σε λογαριασμό της σε τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν και να λάβει μετρητά τα οποία και θα του παρέδιδε. Ο ίδιος θα ανελάμβανε την υποχρέωση να πληρώσει τις επιταγές κατά τις ημερομηνίες λήξεώς τους.
Εξέδωσε στην διαταγή της δεύτερης των εγκαλουμένων τραπεζική επιταγή ποσού 5.400 ευρώ μεταχρονολογημένη με ημερομηνία 28-2-2013 την οποία παρέδωσε στον πρώτο των εγκαλουμένων.
Όπως υποστηρίζει, συμφώνησαν να του έδινε το 60% του ποσού της επιταγής την οποία θα κατέθεταν από κοινού με την δεύτερη εγκαλούμενη στο λογαριασμό της στην τράπεζα με την οποία συνεργαζόντουσαν και το υπόλοιπο 40% του ποσού της επιταγής, μειούμενο κατά το ποσό του τόκου που θα παρακρατούσε η τράπεζα για το χρονικό διάστημα από την χορήγηση του ποσού μέχρι την εξόφληση της επιταγής, θα του το κατέβαλλαν οι ίδιοι μετά την εκ μέρους του εμπρόθεσμη πληρωμή της επιταγής.
Τρεις μέρες μετά ο πρώτος εγκαλούμενος του παρέδωσε το ποσό των 3.200 ευρώ και έτσι, όπως λέει, τον έπεισε ότι μπορούσε να τον εξυπηρετήσει ακόμη.
Ισχυρίζεται ότι την 8η Ιανουαρίου 2013 εξέδωσε στη διαταγή της δεύτερης των εγκαλουμένων τρεις ακόμη επιταγές συνολικού ύψους 50.000 ευρώ προκειμένου να προεξοφληθούν και να του καταβάλουν το 60% του ποσού των επιταγών.
Από την παράδοση των επιταγών στον πρώτο των εγκαλουμένων άρχισε, όπως υποστηρίζει, το μαρτύριό του…
«Περνούσαν οι ημέρες και αυτός δεν εμφανιζόταν για να μου φέρει τα ποσά τα οποία αντιστοιχούσαν στο 60% των παραπάνω επιταγών. Στις κλήσεις μου προς το κινητό του τηλέφωνο απαντούσε ότι περιμένει να πάρει τα χρήματα από την τράπεζα και θα μου τα φέρει. Τον καλούσα να έρθει στο κατάστημά μου και εύρισκε δικαιολογίες ότι είναι εκτός Ρόδου, ότι είναι άρρωστος στο κρεβάτι, ότι έχει παραλαβές εμπορευμάτων κλπ και με τον τρόπο αυτό απέφευγε τη συνάντησή του μαζί μου», αναφέρει στη μήνυσή του.
Αρχές Μαρτίου 2013 ειδοποιήθηκε από την τράπεζα στην οποία τηρούσε τον λογαριασμό των επιταγών του ότι η πρώτη επιταγή ύψους 5.400 ευρώ εμφανίσθηκε προς πληρωμή μέσα από λογαριασμό του τρίτου των εγκαλουμένων αλλά δεν υπήρχε αντίκρισμα.
Ο έμπορος αναγκάστηκε, όπως λέει, να καταβάλει στον τρίτο εγκαλούμενο υπό το κράτος των απειλών του ότι έχει τη δυνατότητα να σφραγίσει ανά πάσα στιγμή επιταγή ύψους 15.000 ευρώ, που είχε λάβει ως εγγύηση στα πλαίσια συνεργασίας του με τους δύο άλλους εγκαλούμενους, το ποσό των 4.400 ευρώ. Στην πορεία του κατέβαλε ακόμη 500 ευρώ με την υπόσχεση ότι επρόκειτο να του επιστραφεί η επιταγή των 15.000 ευρώ η οποία είχε ήδη σφραγιστεί την 21 Ιουνίου 2013.
Ο μηνυτής τονίζει ότι καμία οφειλή του δεν υπήρχε προς τους δύο πρώτους εγκαλουμένους ώστε να εκδώσει τις προαναφερθείσες επιταγές και δεν υφίστανται παραστατικά έγγραφα τα οποία να δικαιολογούν την εκ μέρους του έκδοση των επιταγών στη διαταγή της δεύτερης των εγκαλουμένων.
Ισχυρίζεται ότι οι δύο πρώτοι εγκαλούμενοι από κοινού ενεργούντες τον εξαπάτησαν και του παρέστησαν ψευδώς ότι είχαν την δυνατότητα να προεξοφλήσουν τις επιταγές και να του καταβάλουν τα ποσά τα οποία αναλογούν σε αυτές.
Διατείνεται ακόμη ότι ο τρίτος εγκαλούμενος χρησιμοποιώντας εκβιαστικές μεθόδους και απειλές, καίτοι γνώριζε ότι ουδέν οφείλει από τις πιο πάνω επιταγές στους δύο πρώτους εγκαλούμενους επεδίωξε υπό το κράτος απειλών να του αποσπάσει το ποσό των 4.900 ευρώ ασκώντας του καθημερινή ψυχολογική βία.

Την υπόθεση χειρίζεται ο δικηγόρος κ. Δημήτρης Καραγεώργης.