Ο πολιτικός λόγος των υποψήφιων απογοητεύει

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

O πολιτικός δηλώνει «παντογνώστης» αλλά δεν είναι. Δηλώνει «κοινά αποδεκτός» αλλά οι σφυγμομετρήσεις τον διαψεύδουν. Δηλώνει «ηθικολόγος» αλλά οι πρακτικές του, σπέρνουν την αμφισβήτηση. Δηλώνει «έτοιμος για να θυσιαστεί», αλλά δεν το εννοεί. Δηλώνει «ξεκάθαρος» αλλά πίσω από το πλατύ χαμόγελό του, υποκρύπτονται αμφιβολίες.
Ο σκεπτόμενος πολίτης, έχει μόνο την περίοδο της παραμονής των εκλογών, το αναφαίρετο δικαίωμα της λαϊκής εξουσίας, δηλαδή της κρίσης, της αξιολόγησης και επιλογής των εκπροσώπων, που θα τον κυβερνήσουν και θα τον καθοδηγήσουν στο μέλλον.
Οι πολιτικοί, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ευρύτερη λαϊκή συναίνεση, χρησιμοποιούν κάθε μέσο και τρόπο, για να προβληθούν ως άτομα με αρετές και οι οποίοι ως επαγγελματίες ηθοποιοί, φοράνε τη μάσκα του ικανού, προβάλλοντας τον εαυτό τους στους άλλους, κρύβοντας πίσω από αυτήν, τις πραγματικές αδυναμίες τους.
Όμως όσοι έχουν κρίση και αλάνθαστα κριτήρια αξιολόγησης, γνωρίζουν και μπορούν να ξεχωρίζουν τα αληθινά στοιχεία της προσωπικότητας των πολιτικών, αυτά που κρύβονται πίσω από τη θεατρική αναγκαία μάσκα, του ικανού ουμανιστή.
Κυρίως ο «λόγος των πολιτικών» είναι εκείνος που αποκαλύπτει τον αληθινό τους εαυτό. Πρέπει να τυγχάνει μεγαλύτερης προσοχής ο λόγος τους, ώστε να συνάγονται καλύτερα και ασφαλέστερα συμπεράσματα. Έτσι διακρίνονται ευκρινέστερα οι πραγματικές προθέσεις, η αναξιοπιστία, και πολλές φορές η υποκρυπτόμενη ανικανότητα τους.
Η «ξύλινη γλώσσα» των πολιτικών, είναι μια ασαφής έννοια, η οποία συνήθως σημαίνει την άκαμπτη γλώσσα, τη δυσνόητη και αυτήν που είναι μακριά από την πραγματικότητα.
Οι έμπειροι αναλυτές και ειδικοί κοινωνικοί ψυχολόγοι, διακρίνουν πίσω από τις φράσεις, την οξυθυμία, τις κινήσεις των χεριών και του σώματος, τον «αληθινό εαυτό» των πολιτικών και όχι αυτόν που προβάλλουν οι ειδικοί επαγγελματίες «ιματζμέικερ», στους οποίους καταφεύγουν οι πολιτικοί ηγέτες, για τη διαμόρφωση και προβολή της δημόσιας εικόνας τους, προκειμένου να γίνουν ευρύτερα γνωστοί, με ένα συγκεκριμένο image στο κοινό.
Στις συνεντεύξεις, στις εκπομπές και τα φυλλάδια, προβάλλουν οι συνεργάτες του πολιτικού, το image του λαοφιλούς ηγέτη, του κοινά αποδεκτού. Χρησιμοποιούνται εικόνες και φράσεις όπως: «Αυτός μιλάει στην καρδιά μας», «μας κοιτά στα μάτια», «υπόσχεται με ειλικρίνεια να δώσει λύσεις» κ.α. Δηλαδή προβάλλονται τα χαρακτηριστικά ανθρώπου ιδανικού να διαχειριστεί τα «κοινά» και τα «μέλλοντα». Είναι αυτονόητο, ότι πρέπει να περάσουν, στους υποψιασμένους και ανυποψίαστους ψηφοφόρους, μία προσωπικότητα με στοιχεία ικανότητας, αποτελεσματικότητας, δεκτικότητας και ουμανιστικού προφίλ.
Που να φανταζόταν ο Mounier, όταν διατύπωσε τη θεωρία του για τον περσοναλισμό, και πρόβαλλε την αξία του ανθρώπινου προσώπου, της ανθρώπινης οντότητας, που δεν υπόκειται σε αντικειμενική εξήγηση, αλλά είναι στραμμένη στην αυτό-δημιουργία και τη συνειδησιακή αμοιβαιότητα, ότι η διδασκαλία του θα εύρισκε απήχηση στους σύγχρονους πολιτικούς;
Οι πολιτικοί συνήθως ακολουθούν απαρέγκλιτα τις συμβουλές των ιματζμέικερ και χρησιμοποιούν λέξεις και φράσεις κονσέρβες, για να πετύχουν το στόχο του προβαλλόμενου προσωπείου τους. Χρησιμοποιούν τις φράσεις που τους υπέδειξαν, για να εμφανιστούν με ένα προφίλ κοινά αποδεκτό: «να σηκώσουμε τα μανίκια», «νοικοκύρεμα του τόπου», «λαμογιά των αντιπάλων», «κρατικός κορβανάς», «καρδιά της Ελλάδας», «στην πρώτη γραμμή της μάχης», «η παράταξή μας αντιτάχθηκε…», «προτείνουμε την εξυγίανση της οικονομίας…της παιδείας…της δημόσιας υγείας…», «μαζί στα δύσκολα», «μαζί θα προχωρήσουμε».
Αγαπητοί φίλοι, όσο περισσότερα ακούτε, τόσο λιγότερα να κρατάτε. Ο καθένας προσπαθεί να φτάσει στα εσώψυχά σας και να σας πείσει ότι «είναι ο άνθρωπός σας», ότι είναι «η μοναδική λύση» του προβλήματος.
Τα παραδοσιακά κόμματα εμμένουν σε πρακτικές περιχαρακωμένες σε μοντέλα δράσης προηγούμενων εποχών. Έχουν αποκρυσταλλωμένες απόψεις, που κουβαλάνε από περασμένους αιώνες, χωρίς να λαμβάνουν υπ΄ όψιν, ότι όλα γύρω μας και μέσα μας, έχουν αλλάξει ριζικά. Εμμένουν στα «δίκια των εργαζομένων» για να πετύχουν την ευρύτερη συναίνεση, ενώ τους διαφεύγει ότι το κυριότερο αίτημα των καιρών, είναι η «εξασφάλιση της απασχόλησης», ότι δηλαδή τα συμφέροντα των εργοδοτών και των εργαζομένων, πολλές φορές είναι ταυτόσημα και ότι είναι ασαφή πλέον τα όρια μέσα στα οποία κινούνται τα ταξικά συμφέροντα. Δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι πολλοί εργοδότες, είναι σαφώς σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν των εργαζομένων και επιμένουν να βάζουν διαχωριστικές γραμμές, ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις. Αποκλείουν συνεργασίες ευρύτερης σύμπραξης, φιλονικώντας για την ηγεσία, καταδικάζοντας τους ιδίους και τους ψηφοφόρους τους, στο μόνιμο ρόλο του θεατή των εξελίξεων.
Πολλά κόμματα καλλιεργούν το μίσος, παγιδεύοντας τους πολίτες σε χρωματισμένες ομάδες, οι οποίες απορρίπτουν όσους δεν είναι εντός. Δεν έχουν ακόμα κατανοήσει ότι, τους πολίτες δεν τους χωρίζουν περισσότερα από αυτά που τους ενώνουν και ότι προσμένουν μια καλοπροαίρετη ηγεσία, που να ενώνει παρά να διχάζει.
Ο πολιτικός λόγος, είναι αυτός που αποκαλύπτει και αυτός που καλύπτει.
Οταν ο πολιτικός επαναλαμβάνει επιλεγμένες φράσεις και χρησιμοποιεί το ίδιο λεξιλόγιο, όχι απλώς προσπαθεί να υποβάλλει τα λεγόμενα, αλλά επιβάλλει εμμέσως το image του. Ο επαναλαμβανόμενος πολιτικός λόγος κατά τις δημόσιες εμφανίσεις, έχει στόχο να γεφυρώσει την πολιτική σκέψη και πρακτική με τα υποκείμενα που εμπλέκονται με αυτήν, με μοναδικό κίνητρο την αντιμετώπιση του ακροατηρίου, ως πιθανούς ψηφοφόρους. Κι ενώ η παράθεση των επιχειρημάτων του, δίνει την εντύπωση ότι ο πολιτικός του λόγος θα αξιολογηθεί από τη λογική των πολιτών, ουσιαστικά απευθύνεται στο θυμικό τους, με σκοπό να ταυτιστεί το ακροατήριο με τον ομιλητή και να παραπλανηθεί. Ο ακροατής έτσι δεν κάνει ορθολογική ανάλυση του λόγου.
Θα έχετε προσέξει, ότι συχνά οι πολιτικοί οξύνουν τη συζήτηση και κάνουν ευθεία επίθεση στον συνομιλητή τους; Του θυμίζουν εριστικά συνεχώς, παραλείψεις και λάθη του παρελθόντος, τονίζοντας την ανικανότητα του. Ο στόχος δεν είναι τόσο η επισήμανση των λαθών, γιατί συνήθως δεν αντιπροτείνονται λύσεις, τόσο των παρελθόντων, όσο και των μελλοντικών διαφορετικών επιλογών. Ουσιαστικά εκείνη ακριβώς τη στιγμή είναι «στριμωγμένος» και εκτοξεύει φραστικά πυροτεχνήματα, για να παρεκτραπεί η ροή της συζήτησης και να βγει από τη δύσκολη θέση.
Η άλλη μοντέρνα υποκριτική τακτική των πολιτικών είναι να δηλώνουν «ανεξάρτητοι»! Ο σκοπός τους τότε είναι διπλός: Πρώτον απεμπολούν τα λάθη του χώρου στον οποίο ανήκουν, (δηλώνουν αμέτοχοι σε επιλογές του παρελθόντος, που επέφεραν τη λαϊκή δυσαρέσκεια) και δεύτερον προσπαθούν να αλώσουν τους κεντρώους, αναποφάσιστους και μετακινούμενους ψηφοφόρους, οι οποίοι είναι αυτοί που καθορίζουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Γι αυτό ο αιχμηρός πολιτικός τους λόγος, ο οποίος συνεπικουρείται από την αποκάλυψη σκανδάλων ή τις υπόνοιες για το ήθος των αντιπάλων τους, γίνεται συνήθως παραμονή των εκλογών. «Ο άσσος στο μανίκι» ενός πονηρού πολιτικού είναι να έρθει στο φως ένα σκάνδαλο. Η πρακτική αυτή καταρρίπτει το ηθικό προσωπείο, ενώ ταυτόχρονα φοράει ο ίδιος ένα νέο, αυτό του Αρχάγγελου της ηθικής και του μελλοντικού τιμωρού! Εμφανίζεται γεμάτος βεβαιότητα, τη στιγμή που όλα είναι αβέβαια, κάνει περιττές χειρονομίες, κτυπά το χέρι του στο τραπέζι, εκσφενδονίζει εμπρηστικές φράσεις, και σκορπά ψεύτικη αισιοδοξία και υποσχέσεις. Η γλώσσα του αγνού πολιτικού, που δεν πρόλαβε να αποκτήσει την επιτηδειότητα του «πολιτεύειν» είναι απλή και κατανοητή. Ίσως λίγο φοβισμένη, για να μη θίξει το χώρο που τον «εμπιστεύθηκε», αλλά γεμάτη σαφήνεια και αγνό ιδεαλισμό. Όταν αργότερα ο υποψήφιος αποκτήσει πολιτικό επιτήδευμα, συνήθως η αγνότητα παραμένει στις αγαθές προθέσεις. Ο πολιτικός λόγος, τότε γίνεται κοινός, μιας κοινής γραμμής, που κινδυνεύει από μια απλή φραστική διαφοροποίηση, να απολέσει δια βίου, το πολιτικό επιτήδευμα!
Οι περισσότεροι πολιτικοί, δηλώνουν ότι βρίσκονται σε μια κατάσταση μόνιμης ανησυχίας για την επιβίωση του ελληνικού έθνους. Πολλές φορές δηλώνουν την ανησυχία τους για τον κίνδυνο, να χαθεί η ελληνική γλώσσα, παραβλέποντας τις δικές τους γλωσσικές παραλείψεις και τα φραστικά λάθη, τα οποία καθιερώνουν νέα λεκτικά ιδιώματα. Πολλοί διορθώνουν τους συνομιλητές τους, προκειμένου να αποκαλύψουν τη λεκτική τους πενία ή την ατυχή φραστική διατύπωση.
Η ελληνική γλώσσα όμως εμπλουτίζεται, προσαρμόζεται και εξελίσσεται. Η υπόδειξη του σωστού και ο στιγματισμός του λάθους, έχει σκοπό να προαχθεί η κοινωνική ανισότητα και να λειτουργήσει εξουσιαστικά από αυτόν που έχει την γλωσσική ικανότητα, όταν αλιεύει τα λάθη των συνομιλητών του.
Κάθε πολιτικός που αλώνει την εξουσία, αποφεύγει να διευκρινίσει τους δικούς του ασαφείς όρους, γιατί προκειμένου να προσελκύσει όσο το δυνατόν περισσότερους ψηφοφόρους, απευθύνεται όσο το δυνατόν σε ευρύτερο ακροατήριο, επιχειρώντας να εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή συναίνεση. Πολλές φορές αυτό – παγιδεύεται και μέσα από τους δαιδαλώδεις φραστικούς συνειρμούς του γίνεται δυσνόητος, σε τέτοιο σημείο, που δεν είναι βέβαιος αν αυτό που είπε το κατάλαβε και ο ίδιος. Τότε ή το προσπερνά γρήγορα, αποσπώντας την προσοχή του ακροατηρίου με κάτι περισσότερο βατό και ενδιαφέρον, ή ανακοινώνει μια αποδεκτή και αναμενόμενη είδηση, που είχε σκοπό να ανακοινώσει αργότερα. Μερικές φορές, υποχρεώνεται να επεξηγήσει τους δυσνόητους συνειρμούς του, με απλά λόγια και ένα πλατύ πολιτικό χαμόγελο.
Ο μορφωμένος πολιτικός, συχνά χρησιμοποιεί καθαρευουσιανισμούς, όπως «ουδενός εξαιρουμένου», «δεδομένου του θέματος», «εκ’ προοιμίου», στοχεύοντας και πετυχαίνοντας την κοινωνική του διάκριση και την ανωτερότητά του, που αποδεικνύεται με τη γνώση και χρήση λέξεων και φράσεων της καθαρεύουσας. Αντίθετα ο λαϊκός πολιτικός χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα, για να ειρωνευτεί περισσότερο, παρά για να δηλώσει γνώστης και χρήστης αυτής.
Σημασία όμως για τον απλό πολίτη έχει, να γίνεται μεταξύ των ομιλητών κριτική αυτού καθαυτού του περιεχομένου του λόγου του πολιτικού, για να αποδεικνύεται εάν ο λόγος του είναι τεχνοκρατικός και ειλικρινής ή παραπλανητικός και υποκριτικός. Τον απλό άνθρωπο δεν τον ενδιαφέρει η κριτική, σε επίπεδο γλωσσικών λαθών, αλλά η υφολογική ανάλυση, που αποδεικνύει τις προθέσεις και τις δυνατότητες αξιοποίησης των πολλών υποσχέσεων.
Σε κάθε περίπτωση όμως είναι λυπηρό και αξιολύπητο να παρακολουθούν χιλιάδες ή εκατομμύρια πολίτες, δυο τρεις πολιτικούς να συνομιλούν (;) στα κανάλια, εκτοξεύοντας ύβρεις, απειλές και να χρησιμοποιούν γλώσσα και φράσεις, που δυναμιτίζουν τη συνεύρεσή τους και φανατίζουν τους ιδίους και το ακροατήριο. Παραβλέπουν να εκδηλώσουν ευγνωμοσύνη για όσα έλαβαν και ζητούν ευχαριστίες για όσα πρόσφεραν. Τους διαφεύγει ότι η έκφραση ευγνωμοσύνης είναι μια πανίσχυρη δύναμη, που θα τους τροφοδοτήσει με ακόμα περισσότερα απ’ όσα έχουνε ήδη πάρει.
Ο λαός παρακολουθεί με αηδία και απογοήτευση τους διαφωνούντες σε όλα και συμφωνούντες μόνο για τα λάθη των άλλων. Η κριτική και η απόρριψη της πολιτικής και των πολιτικών είναι απόρροια της χαμηλής ποιότητας του λόγου και των αναληθών υποσχέσεων τους. Οι πολίτες έχουν πολλές φορές αισθανθεί εξαπατημένοι από υποσχέσεις, που στηρίχθηκαν είτε στην πλάνη είτε στην έλλειψη γνώσης.
Οι πολίτες θέλουν απλά και κατανοητά στον πολιτικό λόγο, όχι κορώνες, μισαλλοδοξίες και στείρα κριτική τύπου, «απορρίπτουμε», «δεν συζητάμε», «αυτά που κάνατε, όλα ήταν λάθος», «εσείς είστε καλύτεροι;», αλλά γόνιμο διάλογο με προσεγγίσεις, παραδοχές των λαθών του παρελθόντος, που έγιναν μαθήματα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του μέλλοντος και πραγματική ειλικρίνεια του πολιτικού λόγου. Θέλουν ένα πλήρες και αναλυτικό βιογραφικό των υποψηφίων, για να τους γνωρίσουν καλύτερα. Με την εφαρμογή του νέου νόμου και την καθιέρωση των ενιαίων Δήμων, στα απομακρυσμένα χωριά, αλλά και πολλοί πολίτες δεν γνωρίζουν τους πολιτικούς που διεκδικούν την ψήφο τους.
Πώς να κερδίσει ένας πολιτικός ή μια παράταξη την εμπιστοσύνη των πολιτών, εάν δεν γνωρίζουν το πρόγραμμα τους και ποιοι πραγματικά είναι; Κατά τις δημόσιες εμφανίσεις τους περισσότερο επιθυμούν να πληροφορηθούν για το «ποιοι είναι» και «ποιο είναι το πρόγραμμα» της παράταξής τους ανά τομέα δράσης, παρά να φιλονικούν και να αλληλοκατηγορούνται.
Επιτέλους θέλουν να δουν τους πολιτικούς τους, να παρουσιάζουν ένα συγκροτημένο πρόγραμμα δέσμευσης, που στηρίζεται στη γνώση της πραγματικότητας και της επικρατούσας κατάστασης και όχι σε ουτοπιστικούς σχεδιασμούς, χωρίς αξιολογικά κριτήρια και έλλειψη γνώσης των πραγματικών οικονομικών μεγεθών.
Πολλές φορές είναι προτιμότερο, οι πολιτικοί να λένε, ότι δεν μπορούν να πράξουν το αδύνατον παρά ότι μπορούν να κατορθώσουν το εφικτό.
Κύριοι υποψήφιοι, είστε εδώ για να εκπληρώσετε ένα σκοπό. Αποκαλύψτε δια του λόγου σας αυτό το σκοπό, με πολύ απλούς όρους. Από τη στιγμή που ο σκοπός σας γίνει γνωστός, πρέπει με σαφήνεια να μας πείσετε ότι έχετε γνώση ικανή, για να μας οδηγήσει στη βαθύτερη επίγνωση, ότι είστε το αληθινό και καλύτερο δυναμικό του τόπου μας. Η γνώση του προγραμματικού σκοπού σας, μπορεί να ανοίξει την πόρτα στο πεδίο της αγνής δυναμικότητας, γιατί το όραμά σας είναι και η δική μας επιθυμία. Ανοίξτε μια ειλικρινή επικοινωνία με τους πολίτες και τις παραγωγικές τάξεις, γιατί μόνο τότε ανοίγετε τα κανάλια, για την πραγμάτωση των ευκαιριών που υπάρχουν. Μόνοι σας δεν μπορείτε.
Nίκος Κωνσταντινίδης