Νέα διάσταση προσέλαβε η δικαστική έρευνα για τα έργα στην Ε.Ο. Ρόδου – Λίνδου

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Και νέα διάσταση προσέλαβε η δικαστική έρευνα, που διενεργείται κατά παντός υπευθύνου, εµπλεκόµενου στη µελέτη και κατασκευή των έργων της διαπλάτυνσης της Εθνικής Οδού Ρόδου – Λίνδου, από το Φαληράκι µέχρι τα Κολύµπια.
Στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου είχε παραγγελθεί από τον πρώην αντεισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου κ. Γεώργιο Καντζίδη η διενέργεια συμπληρωματικής ανάκρισης.
Στον πρώην αντεισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου είχε υποβληθεί συγκεκριμένα προς έγκριση διάταξη του αντεισαγγελέα Πληµµελειοδικών Ρόδου κ. Ι. Μητσιόπουλου για την αρχειοθέτηση της δικογραφίας.
Ο πρώην αντεισαγγελέας Εφετών Δωδεκανήσου απέρριψε τη διάταξη ζητώντας να κληθούν για κατάθεση µάρτυρες και να εξεταστεί αν το έργο έχει ολοκληρωθεί και σε ποιο ποσοστό, αν έχει γίνει παραλαβή του αρµοδίως, αν η σήµανσή του είναι επαρκής και αν έχουν σηµειωθεί ατυχήµατα και πόσα από τον Ιούνιο του 2006 µέχρι σήµερα.
Ο αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών κ. Μητσιόπουλος παρήγγειλε ομοίως στον τακτικό ανακριτή τη διενέργεια συμπληρωματικής έρευνας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες ο κ. Ανακριτής διαφώνησε με τη διενέργεια συμπληρωματικής ανάκρισης με αποτέλεσμα η υπόθεση να παραπεμφθεί στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου για να αποφανθεί επί της διαφωνίας. Το δικαστικό συμβούλιο κατέληξε υπέρ της διαφωνίας του κ. Ανακριτή και μένει να διαπιστωθεί ποια θα είναι τελικά η τύχη της δικογραφίας που έχει σχηματιστεί.
Θυµίζουµε ότι ο Εισαγγελέας Πληµµελειοδικών Ρόδου κ. Κ. Μπούτσικος είχε προχωρήσει στην άσκηση ποινικών διώξεων για υπεξαίρεση σε βάρος του δηµοσίου και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζηµία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο δηµόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση και το αντικείµενο του εγκλήµατος είναι ιδιαιτέρως µεγάλης αξίας, για απιστία στην υπηρεσία εις βάρος του δηµοσίου και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζηµία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο δηµόσιο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση και το αντικείµενο του εγκλήµατος είναι ιδιαιτέρως µεγάλης αξίας, για έκθεση και για διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών.
Στα πλαίσια της έρευνας ελήφθησαν καταθέσεις απ’ όλους τους αρµόδιους για τον έλεγχο της πορείας του έργου αλλά και για την υλοποίησή του. Οι µάρτυρες κλήθηκαν συγκεκριµένα να προσκοµίσουν όλα τα στοιχεία που αφορούν την πορεία, από την ηµέρα της ανάθεσης µέχρι και σήµερα του έργου και αναλυτικές καταστάσεις των χρηµάτων που έχει δαπανήσει το δηµόσιο µε αιτιολόγηση των λόγων καταβολής τους.
Περαιτέρω ζητήθηκε να αιτιολογηθεί η καθυστέρηση που σηµειώνεται στην υλοποίηση του έργου και αποτύπωση της σηµερινής κατάστασης. Επιπλέον διερευνήθηκε αν έχουν ληφθεί όλα τα προβλεπόµενα µέτρα προστασίας της ασφάλειας των οδηγών.
Ο αντεισαγγελέας Πληµµελειοδικών Ρόδου κ. Μητσιόπουλος έκρινε ότι για τις πράξεις της υπεξαίρεσης και της απιστίας προέκυψε ότι τόσο η αρχική σύµβαση όσο και η εκτέλεση επειγουσών εργασιών για την κατασκευή της Ε.Ο Ρόδου – Λίνδου υπεγράφησαν µε την τήρηση της νόµιµης διαδικασίας, καθώς εκδόθηκαν µετά τη δηµοπράτηση του έργου νόµιµες διοικητικές πράξεις. Οι καθυστερήσεις στην εκτέλεση του έργου και η συνακόλουθη επιβάρυνση του προϋπολογισµού αυτού οφείλονται, όπως αναφέρεται στη διάταξη αρχειοθέτησης “σε απρόβλεπτες περιστάσεις”, οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο εκπόνησης της µελέτης και κατέστησαν αναγκαίες εκ των υστέρων, όπως η διέλευση του αγωγού ύδρευσης της Ρόδου από το φράγµα Γαδουρά µέσα από τα όρια εργολαβίας, η µετατόπιση των δηµοτικών δικτύων ύδρευσης των Δήµων Καλλιθέας και Αφάντου και η µετατόπιση του απορρήτου υπογείου δικτύου επικοινωνιών οχυρώσεως της 95ης Α.Δ.Τ.Ε., αλλάζοντας τον χρόνο και τρόπο εργασίας του αναδόχου.

Αναφορικά δε µε τις πράξεις της έκθεσης και της διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών, για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο αντεισαγγελέας Πληµµελειοδικών επεσήµανε στην ίδια διάταξη ότι απαιτούν δόλο, έστω και ενδεχόµενο, να προβλέπει δηλαδή ο δράστης ως ενδεχόµενο και να αποδέχεται για την µεν έκθεση τον κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του θύµατος, ήτοι των διερχοµένων από την Ε.Ο Ρόδου-Λίνδου, για τη δε διατάραξη ασφάλειας συγκοινωνιών τον κίνδυνο διατάραξης των συγκοινωνιών, υποκειµενικές συνθήκες οι οποίες σε καµία περίπτωση δεν προκύπτει ότι συνέτρεξαν στο πρόσωπο κανενός εκ των συµβαλλοµένων στο ανωτέρω δηµόσιο έργο.
Θυµίζουµε ότι στα πλαίσια της έρευνας κατέθεσε ο προϊστάµενος της ΕΥΔΕ του Υπουργείου Υποδοµών κ. Ανδρέας Πολάκης, που κατέστησε σαφές ότι η αρχική µελέτη του έργου δεν ήταν πλήρης, µε αποτέλεσµα να προκύψει στην πορεία ανάγκη για πρόσθετα έργα και αναθέσεις, ενώ τόνισε ότι έχει αποπληρωθεί το 70% περίπου του προϋπολογισµού του έργου και συγκεκριµένα περίπου 15 εκατ. ευρώ από τα 21 εκατ. ευρώ που έχουν εγκριθεί για την ολοκλήρωσή του. Αποδίδονται δε οι καθυστερήσεις στις ανάγκες που προέκυψαν για νέα έργα κατά την πορεία της κατασκευής του µε βάση την αρχική µελέτη.
Η «δηµοκρατική» είχε αποκαλύψει ότι µε τελεσίδικη απόφασή του το Ελεγκτικό Συνέδριο (6ο τµήµα, υπ’ αριθµ. 2069/2010) έχει διαπιστώσει υπερσυµβατική ανάθεση εργασιών, που “βαπτίστηκαν” απρόβλεπτες για να “θεραπευτεί” το γεγονός ότι δεν περιελήφθησαν στη µελέτη υλοποίησης του έργου της διαπλάτυνσης της Εθνικής Οδού Ρόδου – Λίνδου, που εκπονήθηκε από εταιρεία των Αθηνών κατόπιν διαγωνισµού που είχε προκηρύξει η Νοµαρχία Δωδεκανήσου.
Ανάλογη έρευνα για τα έργα στην Εθνική Οδό Ρόδου – Λίνδου είχε διενεργηθεί το έτος 2010 και είχε καταλήξει στο αρχείο. Η δικογραφία είχε σχηµατιστεί για τη διερεύνηση τυχόν τελέσεως του αδικήµατος της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών από την οποία µπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τον άνθρωπο εξαιτίας της άθλιας κατάστασης στο οδικό δίκτυο της Εθνικής οδού Ρόδου – Λίνδου αλλά και εξώδικης καταγγελίας επιχειρηµατιών και κατοίκων του Δήµου Αφάντου.

Η αντεισαγγελέας Πληµµελειοδικών Ρόδου κ. Αιµιλία – Σοφία Μέρη είχε προτείνει την αρχειοθέτησή της και η διάταξή της έγινε δεκτή από την Εισαγγελία Εφετών Δωδεκανήσου.
Στη διάταξη τονιζόταν συγκεκριµένα ότι η όποια πρόκληση τροχαίων ατυχηµάτων οφειλόταν αποκλειστικά στην υπέρβαση του τεθέντος κατά τόπους ορίου ταχύτητας από τους οδηγούς οχηµάτων.