Σοβαρές αλλαγές επέρχονται στον κλάδο της αργυροχρυσοχοΐας και στη Ρόδο, καθώς οι επιλογές των τουριστών δείχνουν πως η ζήτηση του χρυσού κοσμήματος φθίνει χρόνο με το χρόνο. Το φαινόμενο δεν είναι τοπικό, αλλά επεκτείνεται σε ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά και στη γειτονική Τουρκία.
Ρόδιοι χρυσοχόοι, με τεράστια εμπειρία σε αυτή την αγορά, εξηγούν πως «το χρυσό ως είδος εμπορίου για τουρίστες έχει ημερομηνία λήξης». Οι ίδιοι, έχοντας συνεργασία και με συναδέλφους τους από την Τουρκία απεκάλυψαν προς τη «Δημοκρατική» ότι «στο Μαρμαρίς της Τουρκίας τα μισά χρυσοχοεία έχουν ήδη βάλει οριστικό λουκέτο».
Στην ίδια οδό έχουν βρεθεί αρκετοί Ρόδιοι χρυσοχόοι. Μάλιστα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που έκρυψαν τα κοσμήματα σε χρηματοκιβώτια κι έκαναν αλλαγή εργασιών στα καταστήματά τους. Οι έμποροι αυτής της κατηγορίας, που μπόρεσαν να δουν το μέλλον πιο γρήγορα απ’ ό,τι οι υπόλοιποι, σήμερα απολαμβάνουν το κέρδος από τη συνεχή άνοδο της αξίας του χρυσού ως μέταλλο.
Το πρόβλημα, για τα χρυσοχοεία που απευθύνονται σε τουρίστες, βρίσκεται στην αδυναμία των πελατών τους να διαθέσουν 100 ευρώ, 300 ευρώ ή και 1000 ευρώ για την αγορά ενός κοσμήματος. Ακόμα και οι Ιταλοί αγοραστές που πάντα ψώνιζαν από στη Ρόδο κοσμήματα 18 καρατίων (διότι είναι πιο φθηνά από τα Ιταλικά), σήμερα έχουν σταματήσει να βάζουν το χέρι στην τσέπη. Βέβαια, ούτε λόγος γίνεται για τους Αμερικανούς τουρίστες οι οποίοι σήμερα ως πελάτες των χρυσοχοείων δεν έχουν σχέση με τους αντίστοιχους των δεκαετιών του ’70, του ’80 και του ’90.
«Εκείνες τις εποχές οι Αμερικανοί έμπαιναν στο χρυσοχοείο κι αγόραζαν τα πάντα. Μπορεί να διέθεταν ένα εκατομμύριο δραχμές για ένα κόσμημα και μετά στο επόμενο κατάστημα μπορεί να έβλεπαν κάτι που τους άρεσε περισσότερο κι αγόραζαν κι εκείνο, έστω κι αν η τιμή του ήταν διπλάσια. Όταν, δε, ερχόταν η ώρα της πληρωμής έβαζαν το χέρι στην τσέπη και έβγαζαν μια δεσμίδα δολάρια κι εμείς παίρναμε όσα έπρεπε. Σήμερα, οι πελάτες, Αμερικανοί, Γερμανοί, Ιταλοί, απλώς περνάνε έξω από τη βιτρίνα και ούτε καν ρωτάνε».
Η περιγραφή αυτή έγινε προς τη «Δημοκρατική» από άνθρωπο που εργάζεται στον κλάδο της αργυροχρυσοχοΐας της Ρόδου για πάνω από 30 χρόνια.
Πρόβλημα, όμως υπάρχει και για τους περισσότερους κοσμηματοπώλες που απευθύνονται στους ντόπιους αγοραστές. Τα κοσμήματα είναι τα πρώτα καταναλωτικά είδη που έπεσαν θύμα της περιορισμένης αγοραστικής δυνατότητας των καταναλωτών, χωρίς παράλληλα η τιμή του χρυσού να σταματά να αυξάνεται. Επιπρόσθετα, ο φόρος 10% που επιβάλλεται σε κοσμήματα με πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους, ασημένια ή χρυσά, έχει επιδεινώσει τα μέγιστα την υπάρχουσα κατάσταση. Τους αργυροχρυσοχόους προβληματίζει ότι ο φόρος πολυτελείας δεν επιβάλλεται στο ρόλοι, κάνοντάς τους να αναρωτιούνται τι συμφέροντα κρύβονται πίσω αυτή την εξαίρεση. Η κρίση ήδη ώθησε πολλά εργαστήρια αργυροχρυσοχοΐας και μικρά καταστήματα να σταματήσουν τη λειτουργία τους, ενώ οδήγησε πολλούς εργαζόμενους στην ανεργία.
Η στροφή στο ρολόι, στην οποία έχουν επιδοθεί ορισμένοι κοσμηματοπώλες, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη επιλογή. Το ρολόι, ως εμπορεύσιμο είδος, αποδίδει κέρδος 30%, όμως ο έμπορος – κοσμηματοπώλης υποχρεώνεται ν΄αποδεχθεί δυσβάστακτους όρους από τον προμηθευτή. Συγκεκριμένα, ο προμηθευτής ρολογιών υποχρεώνει τους κοσμηματοπώλες ν’ αγοράσουν όλα τα ρολόγια της σειράς που βγαίνει από την κάθε εταιρεία. Ετσι, μαζί με τους εμπορεύσιμους χρονογράφους, οι καταστηματάρχες υποχρεώνονται να προμηθευτούν και «κομμάτια» που δεν τα ζητάει ο κόσμος και συνήθως μένουν ως στοκ εμπόρευμα. Ετσι, το κέρδος χάνεται στην υποχρέωση των αυξημένων προμηθειών.
Το νέο προεδρείο του Συλλόγου Αργυροχρυσοχόων Ρόδου γνωρίζει πολύ καλά την υφιστάμενη κατάσταση και αυτή την περίοδο σχεδιάζει σειρά προτάσεων που θα πρέπει να υποβληθούν προς τους αρμόδιους παράγοντες, έτσι ώστε ο κλάδος να μπορέσει να επιβιώσει με τις ολιγότερες δυνατές απώλειες.
Οι Ροδίτες αγοράζουν χρυσές λίρες από ιδιώτες παρά από τις τράπεζες
Μπορεί η οικονομική κρίση να οδηγεί τα κοσμηματοπωλεία σε σοβαρά προβλήματα, ωστόσο η ζήτηση για χρυσό από τις ανώτερες εισοδηματικά τάξεις είναι μεγάλη. Φοβισμένοι από το μέλλον της ελληνικής οικονομίας δεν είναι λίγοι οι Ροδίτες που μετατρέπουν τα αποθέματά τους σε ρευστό, σε ράβδους επενδυτικού χρυσού αφού είναι ένα από τα πιο ασφαλή επενδυτικά αγαθά. ¶λλωστε η τιμή του χρυσού πριν από δύο χρόνια ήταν 700 δολάρια η ουγκιά, ενώ τώρα έχει φτάσει στα 1350 δολάρια. Δηλαδή, εκείνοι που αγόρασαν χρυσό, διπλασίασαν το κεφάλαιό τους.
Στη Ρόδο, την μετατροπή μετρητών σε χρυσό αναλαμβάνουν η Τράπεζα Πειραιώς και η Τράπεζα της Ελλάδος. Πάρα ταύτα φαίνεται πως οι έχοντες κεφάλαια, δεν επιλέγουν τις τράπεζες για να τα μετατρέψουν σε χρυσό. Η αγορά της Ρόδου δείχνει πως οι περισσότεροι ιδιώτες προτιμούν τους εμπόρους, τα εργαστήρια ακόμη και τα χρυσοχοεία για αυτήν τους την ενέργεια, καθώς τα οικονομικά προβλήματα των δεύτερων τους ωθούν να κάνουν αυτή τη μετατροπή με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για τον πελάτη.
Βέβαια, σε κάθε περίπτωση χρειάζεται μεγάλη προσοχή από όλους, γιατί ο χρυσός μπορεί να νοθευτεί και οι λίρες που αγοράζονται να είναι χαμηλότερης περιεκτικότητας πολύτιμου μετάλλου. Για παράδειγμα, οι λιβανέζικες λίρες είναι 21,5 καρατίων και κάποιες ιταλικές 14 καρατίων, ενώ στην πραγματικότητα οι αυθεντικές λίρες είναι 22 καρατίων και συνολικού βάρους 8 γρ. (7,32 γρ. καθαρού χρυσού και 0,68 γρ. πρόσμειξης).







