Κατέρρευσε τη Δευτέρα η χρηματιστηριακή αγορά της Αθήνας, καθώς ο Γενικός Δείκτης έχασε έδαφος κατά 6%, φτάνοντας τις 998,24 μονάδες.
Όμως, αν συνυπολογίσει κανείς ότι πολλές εταιρείες του δείκτη ξεκίνησαν την διαπραγμάτευσή τους από το 2000 και μετά (ΟΠΑΠ, ΔΕΗ, Μοτορ Οιλ, MIG, Μαρφίν) τότε διαπιστώνει ότι ο σημερινός δείκτης βρίσκεται κανονικά κάτω και από τις 700 μονάδες, δίχως να συμπεριλαμβάνονται οι παραπάνω εταιρείες. Δηλαδή, δεν πρόκειται απλά για τα χαμηλά 15ετίας, αλλά για τα χαμηλά όλων των εποχών.
Όπως έδειξε η εικόνα της αγοράς, πολλές τραπεζικές μετοχές θα αναγκαστούν να προχωρήσουν σε reserve split των μετοχών τους προκειμένου να αυξήσουν την τιμή τους, με συνέπεια οι μέτοχοι να χάσουν χρήματα- όπως συνέβη πολλάκις με τις εταιρείες του κ. Λαυρεντιάδη.
Στο κόκκινο βρέθηκαν τη Δευτέρα και τα ασιατικά χρηματιστήρια, ενώ σε πτώση έχουν γυρίσει και οι ευρωπαϊκές αγορές αν και οι πρωτοβουλίες της ΕΚΤ που ανακοίνωσε ότι αγοράζει ιταλικά και ισπανικά ομόλογα αρχικά έγιναν δεκτές θετικά από τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια.
Το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης άνοιξε με μεγάλη πτώση, στην πρώτη του συνεδρίαση μετά την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας των ΗΠΑ από τον οίκο αξιολόγησης Standard & Poor’s, εντείνοντας το ήδη υπάρχον αρνητικό κλίμα λόγω της κρίσης χρέους της χώρας.
Με το άνοιγμα ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones υποχωρούσε κατά -1,66% και ο δείκτης Nasdaq των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας κατά -3,35%.
Μεγάλες απώλειες καταγράφει και ο δείκτης Dax 30 του Χρηματιστηρίου της Φρανκφούρτης, ο οποίος, γύρω στις 16:30 (ώρα Ελλάδας), υποχωρούσε στις 6.045,71 μονάδες, χάνοντας 3,07%.
Στη Μόσχα, και τα δύο Χρηματιστήρια που είχαν ξεκινήσει πτωτικά παρέμεναν στο “κόκκινο”. Ο δείκτης RTS είχε πέσει στις 1.702,42 μονάδες (-5,36%) και ο Micex βρισκόταν στις 1.530,11 μονάδες (-3,58%).
Τέλος, με μεγάλη πτώση της τάξης του 4,5%, άνοιξε και η συνεδρίαση στο Χρηματιστήριο του Σάο Πάολο, στη Βραζιλία.
Στο μέσον περίπου της συνεδρίασης, το χρηματιστήριο του Παρισιού υποχωρούσε κατά 1,83% και το Λονδίνο κατά 0,34%.
Το χρηματιστήριο της Μαδρίτης που βρισκόταν στο +0,92% και του Μιλάνου στο -0,15%, αρχικά ανακουφισμένα από την αναγγελία της επέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην αγορά ομολόγων, περιόριζαν τα κέρδη τους προς το μέσον της συνεδρίασης.
Πάντως, αρνητικά σχολιάζεται το γεγονός ότι εν μέσω μίας μεγάλης κρίσης οι ηγέτες της Ε.Ε. συνεχίζουν τις διακοπές τους και απαντούν στις εξελίξεις με… τηλεδιασκέψεις.
Συνεχείς επαφές
Παπανδρέου με Βρυξέλλες
Τηλεδιάσκεψη για το
ελληνικό χρέος την Τρίτη
Την Τρίτη τελικά θα πραγματοποιηθεί η τηλεδιάσκεψη για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, μεταξύ εκπροσώπων του υπουργείου Οικονομικών και ευρωπαίων αξιωματούχων, πιθανότατα και με τη συμμετοχή εκπροσώπων των τραπεζών.
Ο πρωθυπουργός είχε μπαράζ τηλεφωνικών συνομιλιών με κορυφαίους αξιωματούχους της ΕΕ, προσπαθώντας να διασφαλίσει ότι δεν θα αλλάξει κάτι για την Ελλάδα σε σχέση με τις αποφάσεις της 21ης Ιουλίου, καθώς και με αφορμή τις εξελίξεις σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο πρωθυπουργός το πρωί είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πρόεδρο της Κομισιόν, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, ενώ το απόγευμα συνομίλησε με τον πρόεδρο του Γιούρογκρουπ, Ζαν Κλωντ Γιούνκερ.
Την Κυριακή το μεσημέρι ο Ελληνας πρωθυπουργός είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρόεδρο της ΕΕ Χέρμαν Βαν Ρομπάι κατά την οποία συζήτησαν τις εξελίξεις στην Ευρωζώνη.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο κ. Ρομπάι είπε στον κ. Παπανδρέου πως αναμένει ότι η ΕΚΤ θα παρέμβει και θα αγοράσει ιταλικά ομόλογα για να αποκλιμακωθεί η πίεση των κερδοσκόπων στις χώρες του νότου, ενώ ο Ελληνας πρωθυπουργός απάντησε πως είναι «θετική εξέλιξη αλλά όχι αρκετή» για να λυθεί το πρόβλημα.
Αγωνιούν οι ΗΠΑ
για την ευρωπαϊκή κρίση
Την ώρα που κλιμακώνεται επικίνδυνα η κρίση στην Ευρωζώνη, οι Αμερικανοί παρακολουθούν με αγωνία τις εξελίξεις και ζητούν άμεση παρέμβαση με δραστικά μέτρα και ρηξικέλευθες αποφάσεις από τους Ευρωπαίους.
Πρώτος ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Τιμόθι Γκάιτνερ, μιλώντας στο CNBC δήλωσε ότι είναι βέβαιος πως οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης γνωρίζουν πολύ καλά το μέγεθος των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ΕΕ και τους κάλεσε να … «διασφαλίσουν ότι θα βάλουν σε τάξη τα δημοσιονομικά τους»! Συμπλήρωσε δε ότι τις επόμενες δύο ημέρες σχεδιάζει να πραγματοποιήσει επαφές με τους υπουργούς Οικονομικών της ΕΕ για να «μελετήσουν το πρόβλημα και τις πιθανές λύσεις».
Λύσεις που ο εκ των κορυφαίων αναλυτών και οικονομολόγων, γνωστός πάντως και για τις πεσιμιστικές και καταστροφολογικές του προβλέψεις Νουριέλ Ρουμπινί, θεωρεί πως μπορεί να δώσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αναστρέφοντας όμως την μέχρι σήμερα ακολουθουμένη πολιτική της! Συγκεκριμένα εκτιμά πως η ΕΚΤ θα πρέπει να προχωρήσει σε περικοπές των επιτοκίων της έως και στο μηδενισμό τους «στο πλαίσιο των μέτρων για την καταπολέμηση της κρίσης αλλά και για να αποφευχθεί μια παγκόσμια ύφεση», όπως δηλώνει χαρακτηριστικά.
Επιπρόσθετα επικροτεί την απόφαση της ΕΚΤ να ξεκινήσει “μεγάλες αγορές” ιταλικών και ισπανικών ομολόγων καθώς σε διαφορετική περίπτωση θεωρεί βέβαιο πως και οι δυο χώρες «θα χάσουν την πρόσβασή τους στις αγορές».
Η ΕΚΤ είναι έτοιμη να αγοράσει
ιταλικούς και ισπανικούς τίτλους
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι έτοιμη να αγοράσει ισπανικά και ιταλικά ομόλογα, εάν αποσυρθούν οι επενδυτές, δήλωσε ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών της Γαλλίας Φρανσουά Μπαρουέν στο ραδιοφωνικό δίκτυο Europe 1.
Οι ανακοινώσεις αυτού του σαββατοκύριακου από την Ιταλία και την Ισπανία δημοσιονομικών μέτρων “επέτρεψαν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να θεωρήσει ότι, βαδίζοντας προς την σωστή κατεύθυνση, είναι δικαιολογημένη η παροχή βοήθειας”, δήλωσε ο Φρανσουά Μπαρουέν.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε την επανάληψη του προγράμματος αγοράς κρατικών ομολόγων, το οποίο εφαρμόσθηκε το φθινόπωρο 2010 για την αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών δυσχερειών της Ελλάδας, αλλά παρέμενε ανενεργό τους τελευταίους τέσσερις μήνες. Ωστόσο, ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλοντ Τρισέ αρνήθηκε να διευκρινίσει εάν η επανάληψη του προγράμματος αφορά την αγορά ισπανικών και ιταλικών κρατικών τίτλων.
“Υπάρχει μία ένταση στον τομέα του δημοσίου χρέους, έχουμε μία υποχρέωση, έναν στόχο να φθάσουμε σε ένα αποδεκτό επίπεδο ελλείμματος”, τόνισε ο Φρανσουά Μπαρουέν, προσθέτοντας ότι η κατάσταση αυτή αποτελεί απόρροια της μεγάλης κρίσης του 2008/2009 που υποχρέωσε τα κράτη, για να διασωθεί η παγκόσμια οικονομία, να αναλάβουν το βάρος του χρέους των ιδιωτών.
“Με αυτόν τον τρόπο σώσαμε τις τράπεζες.., τα ιδρύματα που επέτρεπαν στις επιχειρήσεις να κάνουν επενδύσεις και να βρίσκουν χρήματα για να χρηματοδοτούν την ανάπτυξή τους και στους ιδιώτες να διατηρήσουν τις οικονομίες τους”, πρόσθεσε τονίζοντας ότι δεν υπάρχει “καμία αμφιβολία για την αποφασιστικότητα υλοποίησης της συμφωνίας της 21ης Ιουλίου”.
Σε ό,τι αφορά την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας των ΗΠΑ από τον Standard & Poors, απάντησε: “Δεν μπορούμε να δώσουμε σημασία στην απόφαση ενός οίκου αξιολόγησης μεταξύ άλλων”.
Επισημαίνοντας ότι οι αριθμοί που παρουσιάσθηκαν από τον οίκο αξιολόγησης πρέπει να αντιμετωπισθούν με επιφυλακτικότητα, “και ως προς αυτό πρέπει να πάρουμε τις αποστάσεις μας και να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας”, ο Φρανσουά Μπαρουέν κατέληξε: “Πρέπει να είμαστε λιγότερο εξαρτημένοι (από τους οίκους αυτούς). Αλλά δεν χρησιμεύει σε τίποτε να επιτιθέμεθα στους οίκους αξιολόγησης”.
Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν την ανάγκη έκδοσης ευρω-ομολόγου, επαναλαμβάνει η ΝΔ
Τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης υπέρ της έκδοσης ευρωομολόγου υπενθύμισε με αφορμή τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις ο αναπληρωτής υπεύθυνος του Τομέα Πολιτικής Ευθύνης Οικονομίας της ΝΔ, Νότης Μηταράκης, ενώ υπογράμμισε την ανάγκη ενίσχυσης του ρόλου της ΕΚΤ.
«Σήμερα σε Ελλάδα και εξωτερικό έρχονται στις θέσεις Σαμαρά. Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ευρώπη αποδεικνύουν την ανάγκη δημιουργίας ενός αποτελεσματικότερου μηχανισμού, με υψηλό βαθμό αλληλεγγύης, δηλαδή την έκδοση ευρωομολόγου» τόνισε.
Σε αυτό το περιβάλλον, πρόσθεσε, «η ΕΚΤ θα πρέπει να έχει πιο ενεργό ρόλο, στοχεύοντας στην ανάπτυξη στην Ευρώπη και όχι μόνο στη διατήρηση χαμηλού πληθωρισμού».
Επανέλαβε ακόμη ότι, όπως είχε επισημάνει η ΝΔ, η συμμετοχή ιδιωτών δεν συνέβαλε θετικά στην αξιοπιστία της Ευρωζώνης, αλλά «αντίθετα δημιούργησε ανησυχία για ακόμα περισσότερες χώρες, με αποτέλεσμα, το όποιο όφελος να είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με το συνολικό κόστος για την Ευρωζώνη».













