«Με το άρθρο 120 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ δόθηκε στη χώρα μας η ευχέρεια να εφαρμόσει στους νομούς Λέσβου, Χίου, Σάμου, Δωδ/νήσου, Κυκλάδων κ.λπ., χαμηλότερους συντελεστές ΦΠΑ έως 30% έναντι εκείνων που ισχύουν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η παραπάνω ευχέρεια που δόθηκε στην χώρα μας είναι καθαρά περιοριστική και δεν είναι δυνατόν να επεκταθεί το μέτρο των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ και σε άλλες περιοχές της χώρας μας».
Τα παραπάνω αναφέρει ο υφ/ργός Οικονομικών κ. Δ. Κουσελάς σε ερώτηση του βουλευτή κ. Βασ. Οικονόμου με την οποία ζητήθηκε η επέκταση του μέτρου και στα Επτάνησα. Η θέση των νησιών μας είναι δηλαδή κατοχυρωμένη από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση γι’ αυτό δύσκολα, πολύ δύσκολα, θα βρει η Κυβέρνηση νομικό ή πολιτικό έρεισμα για την κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ.
Αναλυτικά η ερώτηση του βουλευτή:
Προς : Υπουργό Οικονομικών
Θέμα: Εφαρμογή μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ 5% 9% και 16% στη νησιωτική Περιφέρεια των Επτανήσων, όπως και στα νησιά του Αιγαίου, ως εφαρμογή των νησιωτικών πολιτικών
Κύριε Υπουργέ,
Όπως με πληροφορεί η ανεξάρτητη παράταξη ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ στο Περιφερειακό Συμβούλιο Ιονίων Νήσων, οι πολίτες των Επτανήσων διαμαρτύρονται για την εγκατάλειψή τους από το αθηνοκεντρικό κράτος και τη διάκριση που υπάρχει σε πολίτες δύο, τριών και τεσσάρων κατηγοριών. Συγκεκριμμένα:
Με το άρθρο 21 παρ.4 του νόμου 2859/2000 (Κώδικα ΦΠΑ), ορίστηκε ότι:
«Για τα νησιά των νομών Λέσβου, Χίου, Σάμου, Δωδεκανήσου, Κυκλάδων και τα νησιά του Αιγαίου Θάσο, Σαμοθράκη, Βόρειες Σποράδες και Σκύρο, οι συντελεστές του φόρου μειώνεται κατά τριάντα τοις εκατό(30%)…»
Η σημερινή κυβέρνηση είχε εξαγγείλει προ μηνός περίπου ότι θα προέβαινε σε αύξηση του μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου, ώστε να είναι ο ίδιος ΦΠΑ, όπως και στην ηπειρωτική χώρα.
Η κινητοποίηση των φορέων, των εκπροσώπων και των βουλευτών των νησιών του Αιγαίου έφερε αποτέλεσμα και δεν εξομειώθηκε ο ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου με αυτόν της ηπειρωτικής χώρας.
Συγκεκριμμένα με την Δ17Ε 5053959 ΕΞ από 23 Δεκέμβρη 2010 Υπουργική
Εγκύκλιο γνωστοποιείται ότι με τη διάταξη του άρθρου 4 του πρόσφατου νόμου 3899/2010 (ΦΕΚ Α΄212,17 Δεκέμβρη 2010) ορίστηκε ότι: «Για τα νησιά των νομών Λέσβου, Χίου, Σάμου, Δωδεκανήσου, Κυκλάδων και τα νησιά του Αιγαίου Θάσο, Σαμοθράκη, Βόρειες Σποράδες και Σκύρο, ο μειωμένος συντελεστής ΦΠΑ 13% διαμορφώνεται σε 9%, ενώ για τα είδη που υπάγονται σε συντελεστή ΦΠΑ 6,5% ο συντελεστής αυτός διαμορφώνεται σε 5%.»
Η εξέλιξη αυτή είναι κατ΄αρχήν θετική, γιατί αναγνωρίζεται στη πράξη η νησιωτικότητα, που επιβάλλουν το Σύνταγμα και το άρθρο 158 της ισχύουσας Συνθήκης της Ευρωπαικής Ένωσης.
Στο άρθρο 158 της Ευρωπαικής Συνθήκης ρητά ορίζεται ότι: «Η Κοινότητα αποσκοπεί ιδιαίτερα στη μείωση της καθυστέρησης των νήσων».
Το άρθρο 101 παρ.4 του Συντάγματος ρητά ορίζει ότι: «Ο κοινός νομοθέτης και η διοίκηση, όταν δρουν κανονιστικά, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών περιοχών, μεριμνώντας για την ανάπτυξή τους».
Δηλ. σε κάθε νόμο που ψηφίζει η Βουλή, σε κάθε Προεδρικό Διάταγμα και σε κάθε υπουργική απόφαση πρέπει να υπάρχει πρόνοια και σαφής πρόβλεψη για νησιωτικές πολιτικές που θα ευνοούν την ανάπτυξη των νησιών.
Τα νησιά μας είναι αποκλεισμένα συγκοινωνιακά, το δε μεταφορικό κόστος των ανθρώπων και των αγαθών είναι υψηλό και τα περισσότερα αγαθά έχουν διπλάσια τιμή από όσο έχουν στην Αθήνα και στη Θεσ/κη.
Ταυτόχρονα τα νησιά της νησιωτικής Περιφέρειας του Ιονίου, με κύρια πλουτοπαραγωγική πηγή τον τουρισμό με τους πολλούς και υψηλούς κρατικούς φόρους, με πρώτον τον ΦΠΑ, αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας, με αποτέλεσμα οι ξένοι τουρίστες να μειώνονται κάθε χρόνο και έτσι και η εθνική οικονομία βλάπτεται και οι θέσεις εργασίας μειώνονται, και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συρρικνώνονται και το ετήσιο κατά κεφαλή εισόδημα των νησιωτών μειώνεται.
Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι σε ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία ο ΦΠΑ είναι πολύ χαμηλός, ξεκινάει από 4%, και έτσι το τουριστικό προιόν των Επτανήσων είναι πολύ ακριβό και τελικά βλάπτεται και η εθνική οικονομία.
Υπενθυμίζω ότι η ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ είχε από τη πρώτη ημέρα ίδρυσής της και έναρξης του προεκλογικού αγώνα, από τις 14-9-2010, βασικό άξονα του προεκλογικού αγώνα μας το σύνθημα-αίτημα
«ΦΠΑ 7% στα νησιά του Ιονίου όπως και στη Μύκονο», ένα θέμα που ήταν άγνωστο στο ευρύ κοινό των νησιών του Ιονίου.
Το θέμα αυτό ο επικεφαλής της παράταξής Γιώργος Καλούδης το ανέδειξε προεκλογικά ως κυρίαρχο και σε τρείς συνεντεύξεις σε τρείς πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικούς σταθμούς, αναγκάζοντας τη κυβέρνησή σας, στη προσπάθειά της να διασώσει τον υποψήφιό της κ. Μπεριάτο, εκτός από τη διακαναλιακή συνέντευξη του Πρωθυπουργού, μεταξύ άλλων, να υποσχεθεί μείωση του ΦΠΑ στα Επτάνησα.
Γι΄αυτό χαιρόμαστε που επιτεύχθηκε εν μέρει το αίτημα αυτό για τις υπηρεσίες ύπνου (μειώθηκε στο 6,5%)
Το κρίσιμο θέμα όμως είναι γιατί τα νησιά του Ιονίου είναι «διαγραμμένα από τον χάρτη ισοτιμίας και ενδιαφέροντος της Ελλάδας»;
Κατόπιν όλων αυτών,
Ερωτάστε:
Σκοπεύετε να αναλάβετε άμεσα νομοθετική πρωτοβουλία και να εφαρμοστούν και για τα νησιά της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων (Ερείκουσα, Οθωνοί, Μαθράκι, Κέρκυρα, Παξοί, Αντίπαξοι, Λευκάδα, Μεγανήσι, Κάλαμος, Καστός, Κεφαλλονιά, Ιθάκη, Ζάκυνθος, Στροφάδες), οι νησιωτικές πολιτικές που επιβάλλει το άρθρο 101 παρ. 4 του Συντάγματος, να εφαρμοστούν οι αρχές της ισοτιμίας και της ισοπολιτείας και να τροποποιήσετε και συμπληρώσετε, ως υποχρεούστε, τη παραπάνω υπουργική σας απόφαση και εντάσσοντας και τα νησιά του Ιονίου στους μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ των νησιωτικών περιοχών του Αιγαίου 5%, 9% και 16% ;
-Ο-
ΕΡΩΤΩΝ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
ΣΤΟΝ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΒΑΣΙΛΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΠΑ ΣΤΑ ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ
Σε απάντηση της ερώτησης (Αρ. Πρωτ. 9509/20-01-11) που κατατέθηκε από τον Βουλευτή Περιφέρειας Αττικής, Βασίλη Οικονόμου, με αφορμή την παρέμβαση της Επτανησιακής Αναγέννησης και του επικεφαλής της Γ. Καλούδη, αναφορικά με την Εφαρμογή μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ 5%, 9% και 16% στη νησιωτική Περιφέρεια των Επτανήσων, όπως και στα νησιά του Αιγαίου, ως εφαρμογή των νησιωτικών πολιτικών, ο Υφυπουργός Οικονομικών, κ. Δ. Κουσελάς, αναφέρει ότι «με τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ (Οδηγία ΦΠΑ), τίθενται τα πλαίσια εφαρμογής του φόρου και των συντελεστών ΦΠΑ που εφαρμόζονται σε αγαθά και υπηρεσίες, καθώς και τα πλαίσια εφαρμογής καθορισμένων απαλλαγών. Με το άρθρο 120 της ως άνω Οδηγίας παρασχέθηκε η ευχέρεια στην Ελλάδα να εφαρμόσει στους νομούς Λέσβου, Χίου, Σάμου, Δωδεκανήσου, Κυκλάδων και στα νησιά Θάσος, Β. Σποράδες, Σαμοθράκη και Σκύρος χαμηλότερους συντελεστές ΦΠΑ έως 30% έναντι εκείνων που ισχύουν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η παραπάνω ευχέρεια που δόθηκε στην χώρα μας είναι καθαρά περιοριστική και δεν είναι δυνατόν να επεκταθεί το μέτρο των μειωμένων συντελεστών και σε άλλες περιοχές της χώρας μας. Περαιτέρω σημειώνεται ότι οποιαδήποτε ικανοποίηση του αιτήματος για εφαρμογή μειωμένου συντελεστή στα νησιά του Ιονίου, θα συνιστούσε ρύθμιση αντίθετη με τα προβλεπόμενα από την Οδηγία ΦΠΑ και θα αποτελούσε κοινοτική παράβαση με δυσμενείς νομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις για την χώρα μας».
Η ξεκάθαρη και οριστική άρνηση του Υπουργείου Οικονομικών να εξετάσει έστω τις δυνατότητες επέκτασης του συγκεκριμένου μέτρου και στα νησιά του Ιονίου, να διαπραγματευτεί με την Ευρωπαϊκή Ένωση μια ρύθμιση της Οδηγίας ώστε να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για όλες τις νησιωτικές περιοχές αποδεικνύει ότι έχουμε απολέσει κάθε αίσθηση του μέτρου σε ότι αφορά τις σχέσεις μας με τους εταίρους. Η κυβέρνηση της χώρας μας, παρά τους επικοινωνιακούς λεονταρισμούς που επιδεικνύει στα ΜΜΕ της Ελλάδος, αρνείται να διαπραγματευτεί το οτιδήποτε αφορά την ασκούμενη στην χώρα μας οικονομική πολιτική.
Στην απάντηση του μάλιστα ο Υφυπουργός, επικαλείται την σχετική ευρωπαϊκή οδηγία, δεν επικαλείται όμως την Ευρωπαϊκή Συνθήκη που είναι κανονιστικά ανώτερη και όπως αναφέρουμε στην ερώτησή μας προβλέπει στο άρθρο 158 ότι «η Κοινότητα αποσκοπεί ιδιαίτερα στη μείωση της καθυστέρησης των νήσων», αποφεύγει το γεγονός ότι στο άρθρο 101 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ρητά ότι «Ο κοινός νομοθέτης και η διοίκηση, όταν δρουν κανονιστικά υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών περιοχών μεριμνώντας και για την ανάπτυξή τους», δείχνει να μην γνωρίζει ότι οι Ευρωπαϊκές Οδηγίες για εναρμόνιση των οικονομικών πολιτικών του κάθε κράτους μέλους γίνονται με κύριο κριτήριο την εξασφάλιση των όρων υγιούς ανταγωνισμού και δεν τοποθετείται στο γεγονός ότι σε ανταγωνιστικές ως προς τον τουρισμό χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία ο ΦΠΑ είναι πολύ χαμηλός, ξεκινάει από 4% γεγονός που καθιστά το τουριστικό προϊόν των Επτανήσων πολύ ακριβό σε σχέση με τους προορισμούς που καλείται να ανταγωνιστεί. Είναι προφανές ότι στο Υπουργείο Οικονομικών δεν αντιλαμβάνονται τα προβλήματα που δημιουργούνται στην Περιφέρεια Των Επτανήσων, δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο βλάπτεται η Εθνική Οικονομία, αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η θέση που κατέχουν στην διοίκηση της χώρας τους επιβάλει να εργάζονται προς το συμφέρον του ελληνικού λαού, να διεκδικούν βελτιώσεις στις ισχύουσες Οδηγίες και να μην παραμένουν εγκλωβισμένοι σε τεχνοκρατικές και διεκπεραιωτικές διαδικασίες που ένας απλώς υπάλληλος θα μπορούσε να εκτελέσει. Το πιο ανησυχητικό από όλα στην απάντηση του Υφυπουργού είναι ότι επί της ουσίας αρνείται ακόμα και να εξετάσει το ενδεχόμενο επέκτασης του μέτρου των μειωμένων συντελεστών για τα νησιά των Επτανήσων επικαλούμενος ότι και για αυτά τα νησιά ισχύουν ακριβώς οι ίδιες συνθήκες που ισχύουν και για τα νησιά του Αιγαίου και για τα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε το συγκεκριμένο μέτρο.
Ο Ανεξάρτητος Βουλευτής Αττικής, Βασίλης Οικονόμου, δεν μπορεί παρά να εκφράσει την απογοήτευσή του για την συγκεκριμένη τοποθέτηση του Υπουργείου Οικονομικών που πέραν όλων των άλλων αποδεικνύει και την υποχωρητικότητα με την οποία προσεγγίζει η ελληνική κυβέρνηση τα ζητήματα της ελληνικής οικονομίας έναντι της τρόικας και των πιστωτών της χώρας μας. Το Υπουργείο Οικονομικών υιοθετεί με περισσή ευκολία κάθε μέτρο που βλάπτει τελικά την ανταγωνιστικότητα της χώρας και υποβαθμίζει το επίπεδο διαβίωσης του ελληνικού λαού και παρά τους επικοινωνιακούς ελιγμούς στους οποίους επιδίδεται αρνείται κάθε περίπτωση παρέμβασης για μέτρα που θα βελτίωναν την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού. Είναι προφανές ότι το πρόβλημα της χώρας μας είναι πολιτικό διότι έχουμε μια οικονομική ηγεσία που δεν μπορεί να διαπραγματευτεί, δεν μπορεί να παρουσιάσει τα πραγματικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας και τελικά υιοθετεί κάθε μέτρο που εξυπηρετεί τις τράπεζες και τους δανειστές μας σε βάρος των λαϊκών και μεσαίων τάξεων. Η πολιτική αυτή πραγματικότητα πρέπει να ανατραπεί καθώς είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έξοδο της χώρας μας από την κρίση.













