Περίοδος χάριτος 4 ετών για τα στεγαστικά δάνεια, με επιτόκιο ευνοϊκότερο από το υπάρχον και δυνατότητα (4ετούς) επιμήκυνσης της διάρκειας του δανείου έως και τα 40 έτη, άνευ ορίου ηλικίας για το δανειολήπτη, είναι η βασική πρόταση της κυβέρνησης στο πλαίσιο κατάθεσης της ρύθμισης για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.
Σύμφωνα με πληροφορίες, κατά την περίοδο χάριτος θα καταβάλλονται μόνο οι απλοί τόκοι επί του οφειλόμενου κεφαλαίου των στεγαστικών δανείων, και σε κάθε περίπτωση το σύνολο των μηνιαίων δόσεων δεν θα υπερβαίνει το 30% του οικογενειακού φορολογητέου εισοδήματος. Στην περίπτωση όπου κατά την περίοδο χάριτος, το ποσό της δόσης που προκύπτει υπερβαίνει το 30% σε μηνιαία βάση, το επιπλέον μέρος του τόκου που δεν καταβάλλεται, θα διαγράφεται. Παράλληλα, στο τέλος της περιόδου χάριτος θα επανεξετάζεται η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Σε περίπτωση που δεν έχει βελτιωθεί, θα παρέχεται η δυνατότητα παράτασης των ευνοϊκών όρων αποπληρωμής για τα επόμενα 2 έτη, υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική διάρκεια του δανείου δεν θα ξεπερνά τα 40 χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό ανακούφισης των δανειοληπτών φαίνεται ότι θα υπάρχει ειδική μέριμνα για όσους το μηνιαίο εισόδημα δεν ξεπερνά τα 500 ευρώ για 6 συνεχείς μήνες. Τότε, θα παρέχεται 2ετής περίοδος χάριτος χωρίς καμία καταβολή δόσης, και εάν στο πέρας των δύο ετών δεν αλλάξει η οικονομική κατάσταση δύναται να παραταθεί η ρύθμιση για ακόμη 2 χρόνια. Για αναπήρους (με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%), χρόνια πάσχοντες, πολύτεκνους με τουλάχιστον 3 παιδιά, προτείνεται ο διπλασιασμός των παραπάνω κριτηρίων. Για όλα τα παραπάνω δύναται η τράπεζα να εξαιρέσει όσους αποδείξει ότι διαθέτουν ικανά περιουσιακά στοιχεία (καταθέσεις, επενδυτικά προϊόντα, εμβάσματα στο εξωτερικό και άλλη ακίνητη περιουσία).
Για τα καταναλωτικά δάνεια η κυβέρνηση επιθυμεί να μπει πλαφόν στο επιτόκιο, μάλιστα η πρόταση προβλέπει μείωση του επιτοκίου για όλα στο 6,5% (δικαιοπρακτικό επιτόκιο), και διαγραφή του κεφαλαίου στην περίπτωση όπου ο δανειολήπτης καταβάλει ποσό που συμπληρώνει το 150% του αρχικού κεφαλαίου του καταναλωτικού δανείου. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν το αποδέχονται οι τράπεζες υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να μπει όριο στο επιτόκιο.
Προς την κατεύθυνση στήριξης της αγοραστικής δύναμης των μεσαίων στρωμάτων και ενίσχυσης των κοινωνικά ευάλωτων ομάδων κινούνται και οι χθεσινές παρεμβάσεις της ΟΤΟΕ για το νέο ρόλο του τραπεζικού συστήματος.
Ειδικότερα, η ΟΤΟΕ πρότεινε:
– Προστασία των δανειοληπτών και της πρώτης κατοικίας με αναχρηματοδότηση ληξιπροθέσμων οφειλών, κυρίως ευάλωτων ομάδων πληθυσμού που πλήττονται ιδιαίτερα λόγω της συγκυρίας και έχουν προβλήματα αποπληρωμής, με λήψη ευνοϊκών μέτρων για την αποπληρωμή των δανείων τους (επιμήκυνση του χρόνου, μείωση της ελάχιστης μηνιαίας δόσης και άλλα μέτρα διευκόλυνσης).
– Επιβολή κανόνων διαμόρφωσης των επιτοκίων δανεισμού χωρίς παραπλανητικούς όρους και ψιλά γράμματα, που θα εξυπηρετήσουν πραγματικά το δανεισμό ιδιωτών και επιχειρήσεων.
– Κατάργηση πανωτοκίων, με ανώτατο όριο επιτοκίου για το τελικό ύψος των δανειακών απαιτήσεων.
– Ανώτατο όριο επιτοκίων των πιστωτικών καρτών.
– Νομοθετική κατάργηση όλων των χρεώσεων που έχουν κριθεί καταχρηστικές και παράνομες από τα δικαστήρια.
– Κατάργηση των λεγομένων εισπρακτικών εταιριών.
– Ενίσχυση της ρευστότητας της πραγματικής οικονομίας μέσω του ΤΕΜΠΕ ή μέσω ειδικού Ταμείου αναχρηματοδότησης των επιχειρήσεων.







