Ελεύθεροι με όρους οι δημοτικοί αστυνόμοι

Eλεύθεροι με τους περιοριστικούς όρους της καταβολής χρηματικής εγγύησης ύψους 3.000 ευρώ, της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφάνισής τους δύο φορές κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας τους αφέθηκαν χθες μετά την απολογία τους, με ομόφωνη απόφαση Ανακριτή και Εισαγγελέα, δύο δημοτικοί αστυνόμοι που κατηγορούνται για πλαστογραφία με χρήση σε βαθμό κακουργήματος, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Η υπόθεση, όπως έγραψε η “δ”, αφορά παρατυπίες μεγέθους σε διαγωνισμό για την πρόσληψη δημοτικών αστυνόμων στον πρώην Δήμο Ροδίων το έτος 2004 και συγκεκριμένα χρήση πλαστών απολυτηρίων λυκείου, πλαστών πιστοποιητικών γλωσσομάθειας και εκπρόθεσμη υποβολή πλαστογραφημένων βεβαιώσεων μονίμου κατοικίας.
Ως ηθικός αυτουργός στην ως άνω κακουργηματική πράξη φέρεται, ανέλπιστα, ένας δημόσιος λειτουργός ενώ η βλάβη που έχει υποστεί το δημόσιο για κάθε μια από τις 6 παράνομες προσλήψεις του συγκεκριμένου “διαγωνισμού” υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.
Η προκήρυξη του διαγωνισμού έγινε περί τα τέλη του 2004 από την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου και αφορούσε την πλήρωση θέσεων ειδικού ένστολου προσωπικού από τους ΟΤΑ Α΄ βαθμού με αντικειμενικά κριτήρια, 41 συνολικά θέσεων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Από τις 41 θέσεις οι 30 ήταν της κατηγορίας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Ο δημόσιος λειτουργός φέρεται να προκάλεσε ένα εκ των υποψηφίων να πλαστογραφήσει το απολυτήριο λυκείου και από 11 και 8/11 που ήταν ο γενικός βαθμός του να τον μετατρέψει σε 17 και 8/11.
Από τις καταθέσεις που έχουν ληφθεί δεν προκύπτει κάτι το επιλήψημο για τον δημόσιο λειτουργό και το μόνο επιβαρυντικό στοιχείο σε βάρος του είναι μια ανώνυμη καταγγελία.
Εν πάση περιπτώσει οι δύο δημοτικοί αστυνόμοι, που απολογήθηκαν πρώτοι, χθες, αρνήθηκαν την κατηγορία που τους απαγγέλθηκε ως μη νόμιμη υποστηρίζοντας ότι το αδίκημα που έχουν τελέσει είναι της πλαστογραφίας πιστοποιητικού, το οποίο διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, είναι στιγμιαίο και έχει υποπέσει σε παραγραφή.
Υποστήριξαν ότι με μη νόμιμο τρόπο ένα παραγεγραμμένο πλημμέλημα μετατράπηκε σε κακούργημα προκειμένου να «νομιμοποιηθεί» η εναντίον τους ποινική δίωξη καθώς και τον χαρακτηρισμό τους ως προσώπων που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, όπως τη χρήση ειδικών μέσων πλαστογραφίας (σαρωτών – scanner).
Ομολόγησαν ότι από τις 13 βεβαιώσεις που έπρεπε να υποβάλουν η μόνη αναληθής είναι εκείνη της βαθμολογίας των απολυτηρίων τους.
Παραδέχτηκαν ότι η ανακήρυξή τους ως υποψηφίων δημοτικών αστυνόμων και εν συνεχεία οι διορισμοί τους δεν ήταν σύννομες αφού η βαθμολογία τους δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.
Ο ένας κατέθεσε μάλιστα ότι η υπ’αριθμ. 7/6-4-2005 απόφαση της επιτροπής αξιολόγησης ακυρώθηκε με την υπ’αριθμ. 694/11-5-2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά και ότι πρόκειται να απολυθεί.
Ως συνήγορος υπεράσπισης τους παρέστη ο δικηγόρος κ. Μ. Κουτσούκος.