Tα πάνω – κάτω στις αξιώσεις ιδιωτών και τραπεζών έναντι του δημοσίου φέρνει απόφαση – βόμβα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ανατρέποντας παλαιότερη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το ΣΤ’ Τμήμα του έκρινε ότι είναι συνταγματική και σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η διάταξη εκείνη που προβλέπει ότι το Δημόσιο για τις οφειλές του πρέπει να καταβάλλει τόκο 6%, ενώ οι ιδιώτες που οφείλουν στο Δημόσιο πρέπει να πληρώνουν επιτόκιο από 8,75% έως 12,25%.
Ωστόσο, το μείζον ζήτημα θα απασχολήσει εκ νέου την Ολομέλεια του ανωτάτου δικαστηρίου.
Ειδικότερα, το Στ΄ Τμήμα του ΣτΕ στην υπ’ αριθμ. 1620/2011 απόφασή του, αναφέρει ότι το ύψος του τόκου ευλόγως διαμορφώνεται ανάλογα και προς τον κίνδυνο της ενδεχόμενης αδυναμίας καταβολής του χρέους, δημοσίου ή ιδιωτικού.
Συνεπώς, δικαιολογημένα το ύψος του τόκου διαφοροποιείται ανάλογα με τη φερεγγυότητα (πιστοληπτική ικανότητα) του οφειλέτη.
Ενδιαφέρον έχουν οι αναφορές στη δικαστική απόφαση για την αξιοπιστία του δημοσίου στην πληρωμή των οφειλών του και την αδυναμία να εισπράξει δυσθεώρητα ποσά από ιδιώτες:
-Είναι κοινώς γνωστή, η εκτεταμένη και μοναδικής διάστασης για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, τα δε ανείσπρακτα βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη των ιδιωτών προς το Δημόσιο ανέρχονται σε τεράστιο ποσό, που υπερβαίνει τα τριάντα δισεκατομμύρια ευρώ.
¶λλωστε, μία από τις βασικές αιτίες της σημερινής πρωτοφανούς δεινής δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας είναι η μη καταβολή προς το Δημόσιο βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών των ιδιωτών, ενώ οι ιδιώτες οφειλέτες, φυσικά και νομικά πρόσωπα, δεν έχουν βεβαίως τη συνέχεια και διάρκεια ενός κράτους οφειλέτη.
-Tο ελληνικό Δημόσιο μπορεί μεν, λόγω της κακής του οικονομικής κατάστασης, να καθυστερεί ενίοτε την πληρωμή των οφειλών του, αλλά πάντως αποδίδει, μεταπολεμικά και έως σήμερα, τα χρέη του, καταβάλλοντας και τους οφειλόμενους τόκους.
Πρόκειται για μια τολμηρή δικαστική απόφαση του ΣτΕ που επικαλείται την οριακή οικονομική συγκυρία.
Με την αιτιολογία του το ΣτΕ επιχειρεί να αντιπαρέλθει και την αντίθετη κατ’ αρχήν νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. απόφαση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος της 22ας Μαίου 2008, πρβλ. απόφαση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας της 25ης Ιουνίου 2009), αξιοποιώντας το «παράθυρο» που αυτή αφήνει, ως προς την ύπαρξη «αποχρώντος λόγου δημόσιου ή γενικού συμφέροντος» που να δικαιολογεί μια διαφοροποίηση μεταξύ Δημοσίου και πολιτών.
Ορισμένοι νομικοί χαρακτηρίζουν την απόφαση ως «πολιτική», καθώς με μια πρόχειρη – ίσως και κακόπιστη – ερμηνεία εμφανίζεται να στηρίζει τις κυβερνητικές επιλογές. Αλλοι θεωρούν ότι αυτό που η απόφαση αναγνωρίζει είναι όχι το ορθό των επιμέρους πολιτικών αντιμετώπισης της κρίσης, αλλά η ύπαρξη της έκτακτης, όσο και τραγικής, οικονομικής κατάστασης, η οποία δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστους τους εφαρμοστές του Δικαίου και την ερμηνεία του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Μια ερμηνεία η οποία οφείλει πράγματι να είναι επίκαιρη, εναρμονιστική και λογικά συνεπής, όχι δε δογματική ή ουτοπική.
Στην απόφαση επισημαίνονται μεταξύ άλλων και τα εξής:
«…Το ελληνικό Κράτος διαχρονικά είναι, χωρίς αμφιβολία, πλέον αξιόπιστος οφειλέτης σε σχέση με τους ιδιώτες οφειλέτες. Πράγματι, το ελληνικό Δημόσιο μπορεί μεν, λόγω της κακής του οικονομικής κατάστασης, να καθυστερεί ενίοτε την πληρωμή των οφειλών του, αλλά πάντως αποδίδει, μεταπολεμικά και έως σήμερα, τα χρέη του, καταβάλλοντας και τους οφειλόμενους τόκους. Η τελευταία φορά που το ελληνικό Κράτος περιήλθε σε κατάσταση παύσης πληρωμών ανάγεται στο έτος 1932….Το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος είναι τεράστια, ανερχόμενα σε πρωτοφανή, στην ιστορία των δημόσιων οικονομικών της Χώρας, επίπεδα. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπισή τους, λόγω και της διεθνούς συγκυρίας καθώς και των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και διοίκησης, εκτιμάται ως εξαιρετικά δυσχερής. Τα πρώτα άμεσα μέτρα, για την εξοικονόμηση πόρων, με μείωση των δημόσιων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων, έλαβε ο νομοθέτης με το ν.3833/2010 ” Προστασία της εθνικής οικονομίας-Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης” (ΦΕΚ A’ 40/15.3.2010). Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, τα μέτρα αυτά είναι ανάλογα προς την άμεση και επιτακτική ανάγκη να προστατευθεί το εθνικό συμφέρον και πρόσφορα, προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στην ανάγκη μείωσης του υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζει η Συνθήκη της ΛΕΕ, σύμφωνα και με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Πράγματι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τις αποφάσεις του 2009/415/ΕΚ, 2010/291/ΕΕ, 2010/190/ΕΕ και 2010/182/ΕΕ διαπίστωσε την κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στην Ελλάδα και απηύθυνε σύσταση και προειδοποίηση για τη λήψη άμεσων μέτρων μείωσής του. Ήδη, όμως, από το 2004 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος και είχε ειδοποιήσει να ληφθούν άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανησυχητικής αυτής κατάστασης (αποφάσεις 2004/917/ΕΚ, 2005/334/ΕΚ, 2005/441/ΕΚ του Συμβουλίου). Με την ψήφιση του ν.3845/2010 ” Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Α΄65/2010) εφαρμόζεται πρόγραμμα οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής, προκειμένου να επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος, να διασφαλισθεί η δυνατότητα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και η αποφυγή της παύσης των πληρωμών του Κράτους, δηλαδή η αποτροπή της οικονομικής κατάρρευσης, με μακροχρόνιες, άκρως δυσμενείς, όχι μόνον οικονομικές και κοινωνικές, αλλά ενδεχομένως και εθνικές επιπτώσεις (βλ. την αιτιολογική έκθεση του ν.3845/2010 και τα προσαρτημένα στο νόμο αυτό Παραρτήματα). Η μείωση, συνεπώς, του δημοσίου χρέους δεν συνιστά έναν απλώς δημοσιονομικό στόχο, αλλά αποτελεί εθνικό διακύβευμα. Και τούτο διότι η δημοσιονομική κρίση έχει, εξαιτίας της πρωτοφανούς διάστασής της, χαρακτήρα εθνικής κρίσης. Επομένως, η διαφοροποίηση, μεταξύ του επιτοκίου που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του υψηλότερου επιτοκίου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, συνεπαγόμενη τον περιορισμό του κρατικού χρέους, είναι, τουλάχιστον από το 2004, αφότου επισήμως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος που συνιστούσε απειλή για τη δημοσιονομική ισορροπία της Χώρας, πλήρως δικαιολογημένη. Και τούτο διότι συμβάλλει στην επίτευξη ενός μείζονος εθνικού συμφέροντος σκοπού, εκείνου της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας αρχικά, ήδη δε της αποτροπής της οικονομικής κατάρρευσης της Χώρας…».
https://www.dimokratiki.gr/arxeio/dio-metra-ke-dio-stathma-gia-chrei-dimosiou-idioton/













