Διατηρείται η διαφορά Δημοσίου και Νομαρχίας

Αναρμόδιο είναι, για να αποφανθεί επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που κατέθεσε το Ελληνικό Δημόσιο, την 12η Οκτωβρίου 2009, ζητώντας την απόδοση του ακινήτου που χρησιμοποιούσε η 95 ΑΔΤΕ στο κέντρο της πόλης και την απαγόρευση οποιασδήποτε πράξης νομής από τη Νομαρχία Δωδεκανήσου το Ειρηνοδικείο Ρόδου, όπως έκρινε χθες.
Το δικαστήριο με την υπ’ αρίθμ. 42/2011 απόφαση του κρίνει συγκεκριμένα ότι σε περίπτωση που αμφισβητείται η νομή ή η κατοχή δημοσίου κτήματος (ακινήτου) μεταξύ του Δημοσίου και Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως εν προκειμένω η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου που αποτελεί ΟΤΑ δεύτερης βαθμίδας, αρμόδια να επιλύσουν τη διαφορά είναι τα διοικητικά όργανα.
Ο νομικός σύμβουλος της Νομαρχίας κ Γ. Φιλιππάκος είχε εξάλλου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, μετά από αναβολές, το Δεκέμβριο του 2010, υποβάλει σχετική ένσταση.
Θυμίζουμε ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε προσφύγει αρχικώς με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου αναπτύσσοντας τους ίδιους ισχυρισμούς περί παράνομης κατάληψης του ακινήτου από τη Νομαρχία. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών με απόφαση του είχε κρίνει ότι αναρμοδίως το Ελληνικό Δημόσιο είχε προσφύγει ενώπιον του!!
Παραμένει άγνωστο αν θα επιχειρήσει εκ νέου το δημόσιο να εξώσει τη Νομαρχία (ήδη Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου) από το ακίνητο με νέα όμοια αίτηση του μετά την διπλή αποτυχία των ισάρριθμων προσφυγών του σε αναρμόδιες δικαστικές υπηρεσίες.
Θυμίζουμε ότι η Νομαρχία Δωδεκανήσου επιδιώκει εξάλλου με έφεση της και την ακύρωση της υπ’ αριθμ. 248/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την οποία δικαιώθηκαν οι θέσεις του Ελληνικού Δημοσίου σχετικά με την κυριότητα του ακινήτου στο οποίο στεγαζόταν η Μεραρχία της 95 ΑΔΤΕ στο κέντρο της πόλης αλλά και σε ακόμη 7 ακίνητα τα οποία κατελήφθησαν αυθαιρέτως.
Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση(ήδη Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου) συγκεκριμένα, αφού κατέλαβε παρανόμως το ακίνητο της 95 ΑΔΤΕ και εκτέλεσε εργασίες αποκατάστασης, συνεχίζει να το χρησιμοποιεί αυθαίρετα για τη στέγαση υπηρεσιών της, υποστηρίζοντας ότι ανήκει στην ιδιοκτησία της και στερώντας τη δυνατότητα σε άλλους δημόσιους φορείς να εγκατασταθούν εκεί νομίμως με αίτηση παραχώρησης τμημάτων αυτού από το Δημόσιο.
Θυμίζουμε ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο κτίριο ανέκαθεν στέγαζε τόσο διοικητικές, όσο και στρατιωτικές υπηρεσίες. Κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας της αιρετής Νομαρχίας στο ακίνητο αυτό στεγάζονταν Yπηρεσίες του Δημοσίου, ήτοι στρατιωτικές υπηρεσίες, η Aστυνομική Διεύθυνση Δωδεκανήσου και η Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου, καθώς επίσης και υπηρεσίες υπαγόμενες στη Nομαρχία.

Mε την από 20-6-95 αίτηση προς το Kτηματολόγιο Pόδου, ο Nομάρχης Δωδ/σου ζήτησε τη μεταγραφή υπέρ της Nομαρχιακής Aυτοδιοίκησης Δωδ/σου, σύμφωνα με το άρθρο 39 ν.2218/94, μεταξύ άλλων και του ακινήτου με KM I 31 οικ. Pόδου.
Eιδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού δημόσιες πολιτικές υπηρεσίες που συγκροτούν τη Νομαρχία καθώς και τα επαρχεία και οι διοικητικές τους υπηρεσίες καταργούνται αυτοδικαίως με την έναρξη λειτουργίας της Nομαρχιακής Aυτοδιοίκησης.
Η ανωτέρω διάταξη, όμως, έχει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις που στο δημόσιο κτήμα στεγάζονται αποκλειστικώς και αμιγώς υπηρεσίες, οι οποίες με την έναρξη λειτουργίας της Nομαρχιακής Aυτοδιοίκησης καταργούνται αυτοδικαίως και δεν εφαρμόζεται όταν συστεγάζονται (Γνωμ. NΣK 565/1995).
Παρά τα ανωτέρω και ενώ επί του επίδικου ακινήτου, κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας της αιρετής Νομαρχίας, στεγάζονταν περισσότερες μη καταργούμενες υπηρεσίες σε αριθμό, αλλά και υπαλληλικό προσωπικό από τις καταργούμενες, όλως εσφαλμένως και χωρίς να εξετάσει αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου, η επί του Kτηματολογίου Δικαστής με την αριθμ. 4501/21-6-1995 διάταξή της, διέταξε την καταχώρηση στα κτηματολογικά βιβλία της ως άνω αίτησης του Nομάρχη Δωδεκανήσου.