Να μη γίνει κατηγορία εις βάρος του ιερέα Μιχαήλ Κουτσονούρη και του πρώην προέδρου της ΔΕΥΑ Καλλιθέας κ. Δημητρίου Τσαλίκη για τα αδικήματα της απιστίας στην Υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, ποσού άνω των 15.000 ευρώ, της ψευδούς βεβαίωσης με συνολικό όφελος και συνολική βλάβη άνω των 73.000 ευρώ και της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις αυτές, αποφάσισε χθες με βούλευμα που εξέδωσε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Οι ανωτέρω ενεπλάκησαν σε υπόθεση “ξεπλύματος” δαπανών που δεν προέβλεπε το δημόσιο λογιστικό μέσω της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Καλλιθέας.
Από την έρευνα του δικαστικού συμβουλίου προέκυψαν τα ακόλουθα:
Στις 15.02.2005 εστάλη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών έγγραφο, με φερόμενο ως εκδότη του τον νόμιμο εκπρόσωπο της εκκλησιαστικής επιτροπής του Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Καλυθιών, Μιχαήλ Κουτσονούρη, με το οποίο κατήγγειλε, πως το από 01.12.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που είχε συναφθεί μεταξύ του παραπάνω και της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Δήμου Καλλιθέας, η οποία κατά το χρόνο εκείνο εκπροσωπείτο από τον κ. Τσαλίκη Δημήτριο, ήταν εικονικό και πως ενώ ως αναγραφόμενο μίσθωμα αναφερόταν το ποσό των 2.450,48 ευρώ, στην πραγματικότητα ήταν το ήμισυ, δηλαδή 1225,24 ευρώ.
Περαιτέρω ανέφερε, πως το υπόλοιπο ποσό των 1225,24 ευρώ (πέραν του μισθώματος) καταβαλλόταν δια χειρός σε στελέχη του τότε Δήμου Καλλιθέας με την αιτιολογία ότι θα χρησιμοποιείτο για δημόσιους σκοπούς. Τα δε στελέχη στα οποία καταβαλλόταν το ποσό αυτό ήταν, σύμφωνα με τα καταγγελλόμενα, ο τότε δήμαρχος κ. Ιωάννης Ιατρίδης, ο πρώην πρόεδρος της Δ.Ε.Υ.Α.Κ κ. Δημ. Τσαλίκης και ο κ. Παύλος Μανιάς, ταμίας της Δ.Ε.Υ.Α.Κ..
Η περιουσία του ως άνω ναού φέρεται κατά το χρονικό διάστημα 01.12.2003 έως και 31.05.2005 να είχε ελαττωθεί κατά το ποσό των 22.054,32 ευρώ.
Σχετικά με το ως άνω έγγραφο- καταγγελία ο κατηγορούμενος Μ. Κουτσονούρης ισχυρίστηκε πως η υπογραφή ήταν δική του πλην όμως ουδέποτε είχε δει το κείμενο της αναφοράς και ότι η υπογραφή του υφαρπάχτηκε. Το γεγονός ότι η υπογραφή και σφραγίδα του ιερού ναού είναι γνήσια προκύπτει και από διεξαχθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη.
Από τις απολογίες των κατηγορουμένων και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων προέκυψε ότι πράγματι στο χρονικό διάστημα από 01.12.2003 έως 31.05.2005, το ήμισυ του ως άνω μισθώματος επιστρεφόταν στη ΔΕΥΑΚ προκειμένου να πληρωθούν υπερωρίες των υπαλλήλων.
Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι αυτό γινόταν στα πλαίσια του γενικότερου φιλανθρωπικού έργου της εκκλησίας και επειδή ένιωθε ευγνωμοσύνη απέναντι στους εργάτες οι οποίοι έλυσαν το πρόβλημα ύδρευσης για το ναό.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο κ. Δημήτριος Τσαλίκης, προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να επιστρέψει το ήμισυ του ποσού των χρημάτων της μίσθωσης. Με την καταβολή των μισθωμάτων, ο πρώτος κατηγορούμενος εξέδιδε χειρόγραφες αποδείξεις, ενεργώντας για λογαριασμό του ναού, για ολόκληρο το καταβαλλόμενο ποσό, ήτοι 2450,48 ευρώ για έκαστο μήνα.
Από τις μαρτυρικές καταθέσεις των κ.κ. Καλλιγά Ανδρέα, Αντωνά Παναγιώτη, Φτάκλα Ιωάννη, Δημήτριου Κώστα και Χαλκιά Ιωάννη προέκυψε ότι ο ιερέας, είχε την έγκριση της Ενοριακής Επιτροπής του Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως προκειμένου να διαθέσει το ήμισυ του εισπραττόμενου ως άνω μισθώματος για οποιονδήποτε φιλανθρωπικό σκοπό αλλά ειδικότερα για το συγκεκριμένο, ήτοι την καταβολή των υπερωριών των εργαζομένων της ΔΕΥΑΚ.
Προέκυψε επιπλέον ότι ο ιερός ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στις Καλυθιές Ρόδου, υπάγεται στην Μητρόπολη Ρόδου, δηλαδή στα Δωδεκάνησα και συνεπώς διοικείται αμέσως από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και όχι από την αυτοκέφαλη εκκλησία της Ελλάδας. Επομένως, δεν αποτελεί ν.π.δ.δ, ο δε ιερέας δεν είναι υπάλληλος κατά την προαναφερθείσα έννοια.
Το δικαστικό συμβούλιο έκρινε περαιτέρω ότι για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης δεν προέκυψαν καν ενδείξεις ενοχής εις βάρος τους και ότι ούτε κατηγορία για την πράξη της απλής απιστίας εις βάρος ιερέα σε βαθμό κακουργήματος θα πρέπει να γίνει καθότι ενεργούσε με τη συναίνεση της εκκλησιαστικής επιτροπής, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που του είχαν ανατεθεί στο ευρύτερο πλαίσιο του φιλανθρωπικού έργου της εκκλησίας και αίροντας κατά αυτόν τον τρόπο τη συνείδησή του περί του αδίκου.













