Ασκήθηκαν ποινικές διώξεις για βιασμό και αποπλάνηση

Ποινικές διώξεις για βιασμό και αποπλάνηση παιδιού που δεν συμπλήρωσε το 12ο έτος της ηλικίας του άσκησε χθες ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου κ Κ. Μπούτσικος σε βάρος του 33χρονου υπηκόου Βουλγαρίας R. V. του M., κατοίκου Ρόδου, που βρίσκεται με την οικογένεια του στην Αντιμάχεια της Κω.
Η Τακτική Ανακρίτρια Ρόδου κ Μ. Κωτούλα στην οποία διαβιβάστηκε χθες η δικογραφία για τα περαιτέρω προχώρησε άμεσα στην έκδοση εντάλματος σύλληψης το οποίο εστάλη για εκτέλεση στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Κω. Ο 33χρονος συνελήφθη περί ώραν 10.00 της Πέμπτης.
Η έρευνα για την υπόθεση, όπως έγραψε και χθές η “δ”, προκλήθηκε μετά από καταγγελία 24χρονης ομοεθνούς του κατηγορούμενου και πρώην συντρόφου του που τον φέρει να αποπλάνησε το 6χρονο κοριτσάκι της πριν από 14 ημέρες στην κατοικία που διέμεναν, στα Κολύμπια.
Η μητέρα του παιδιού κατήγγειλε πιο συγκεκριμένα ότι μετά τη διακοπή της σχέσης της με τον 33χρονο και τον θορυβώδη χωρισμό τους εκείνος ευρισκόμενος στην Κω της απέστειλε μήνυμα με sms στο οποίο της έλεγε, ειρωνευόμενος, ότι είχε έλθει σε επαφή και με την κόρη της!
Το ανήλικο παιδί που ρωτήθηκε σχετικά από τη μητέρα του και από μια άλλη συγγενή τους, οι οποίες έχουν καταθέσει εξάλλου αρμοδίως, φέρεται να μην μπορεί να προσδιορίσει τι ακριβώς έγινε με τον 33χρονο.
Από την ιατροδικαστική εξέταση στην οποία υποβλήθηκε το ανήλικο κορίτσι δεν προέκυψε πάντως διακορεσμός του. Ο ιατροδικαστής πλην ολίγων αμυχών στα χέρια του δεν βρήκε στοιχεία που να καταμαρτυρούν ότι έγινε ασέλγεια.
Με εντολή του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου διενεργήθηκε έρευνα από κοινωνική λειτουργό η οποία στην έκθεση της αναφέρει ότι το παιδί υποστηρίζει ότι ο σύντροφος της μητέρας του που διέμενε μαζί τους της είχε βγάλει τα ρούχα της, είχε βγάλει και τα δικά του, έπεσε πάνω της και την χάϊδευε.
Το παιδί μάλιστα είπε ότι κατά τη διάρκεια του συμβάντος προσπάθησε να τον απωθήσει, κλωτσώντας τον.
– Στο μεταξύ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων θα εξεταστεί η πολύκροτη υπόθεση εξακολουθητικής ασέλγειας σε παιδίσκη με κατηγορούμενους τον παππού, τη μητέρα και τη γιαγιά του.
Γιαγιά και μητέρα κατηγορούνται ότι όχι μόνο γνώριζαν τις αποτρόπαιες πράξεις του παππού, αλλά κρατούσαν το αγγελούδι ακινητοποιημένο ώστε η σεξουαλική πράξη να γίνεται πιο εύκολα και χωρίς καμία αντίδραση. Της κρατούσαν τα χέρια και τα πόδια και επέτρεπαν στον ηλικιωμένο να τη βιάζει ανενόχλητος παρά φύσιν.
Σύμφωνα με το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, ο εφιάλτης για το αγγελούδι ξεκίνησε το 2001, όταν οι γονείς της μικρής αποφάσισαν να χωρίσουν και με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ανατέθηκε η επιμέλεια της ανήλικης στη μητέρα της.
Η τελευταία πήρε την κόρη της και πήγε να ζήσει στο πατρικό της σπίτι, στην Ιαλυσό της Ρόδου, μαζί με τους γονείς και τη θεία της. Ο πατέρας είχε δικαίωμα να βλέπει το παιδί κάποια Σαββατοκύριακα τον μήνα. Λίγο καιρό αργότερα η μικρή με δάκρυα στα μάτια εξομολογήθηκε στον πατέρα της ότι δεν ήθελε να ζει άλλο με τη μητέρα της και τους παππούδες, γιατί της έκαναν «κακό».
Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου, σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι συνήγοροι υπεράσπισης ενδέχεται να κάνουν χρήση έκθεσης ειδικού εργαστηρίου που έχει υποβάλει τους κατηγορούμενους σε εξέταση με ανιχνευτή ψεύδους!!
Ο «ανιχνευτής ψεύδους» είναι μια συσκευή που καταγράφει τις υποσυνείδητες ψυχικές εκδηλώσεις βάσει των μεταβολών της αναπνοής, του σφυγμού, της ιδρώσεως, των κινήσεων των βλεφάρων κλπ. Όταν ένα άτομο επιχειρεί να δώσει ψευδείς απαντήσεις, καταβάλλει κατά κανόνα μια ψυχολογική προσπάθεια, η οποία προκαλεί βιολογικές αντιδράσεις.
Στη χώρα μας, όπως και σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, η χρησιμοποίηση ανιχνευτών του ψεύδους στην ποινική δίκη απαγορεύεται.
Για πρώτη φορά έγινε χρήση τέτοιου μέσου ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου των Αθηνών (93/2002 απόφαση) και συγκεκριμένα χρήση της επιστημονικής μεθόδου των Ενδογενών Γνωστικών Προκλητών Δυναμικών.
Η αποδοχή ή μη της συγκεκριμένης επιστημονικής μεθόδου και των πορισμάτων της ως αποδεικτικού μέσου στην ποινική δίκη προκάλεσε διχογνωμία και διχοστασία και έγινε αντικείμενο έντονης συζήτησης.
Από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου τονίσθηκε ότι η εφαρμογή της συγκεκριμένης επιστημονικής μεθόδου αποτελεί υπερασπιστικό του δικαίωμα και δεν προσβάλλει την αξιοπρέπειά του. Εφόσον γίνεται με τη συναίνεσή του, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να εφαρμοσθεί η μέθοδος και να επιτραπεί η εξέτασή του από ειδικούς επιστήμονες διότι, αλλιώς, αποστερείται ενός σημαντικού μέσου για την απόδειξη της αθωότητάς του, γεγονός που παραβιάζει κατάφωρα τα δικαιώματα υπεράσπισής του και ότι η μέθοδος αυτή είναι επιστημονικά έγκυρη και πλήρως αξιόπιστη, εφαρμόζεται σε άλλες χώρες και δεν ταυτίζεται με τη μέθοδο του «ανιχνευτή αλήθειας».
Από την πολιτική αγωγή υποστηρίχθηκε ότι η εφαρμογή της μεθόδου απαγορεύεται, διότι η μέθοδος του «ανιχνευτή αλήθειας» απαγορεύεται να χρησιμοποιηθεί, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης αποτελεί βασανιστήριο, και δεν μπορεί να εφαρμοστεί ούτε και με τη συναίνεση του κατηγορουμένου.
Το Δικαστήριο έκανε δεκτές τις απόψεις της υπεράσπισης του κατηγορουμένου και πλήρως αποδεκτό το αίτημα της υπεράσπισης, επέτρεψε τη χρήση της επιστημονικής μεθόδου και αξιοποίησε τα πορίσματά της ως αποδεικτικό μέσο.