Τα εμπορεύματα και τα σουβενίρ μικρής αξίας είναι εκείνα που επιλέγουν οι τουρίστες για να αγοράσουν από την αγορά της Ρόδου και η διαπίστωση αυτή περιγράφεται από τους ίδιους τους καταστηματάρχες.
Δερμάτινες ζώνες των τριών ευρώ, μαντιλάκια των 2 ευρώ και μαγνητάκια ψυγείου με κεραμικό ανάγλυφο αξίας 1,5 ευρώ είναι εκείνα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των επιλογών. Τα υπόλοιπα εμπορεύματα, τα μεγαλύτερης αξίας, δηλαδή εκείνα που κοστίζουν από 10 ευρώ μέχρι και 30 ευρώ κινούνται επίσης αλλά με μεγαλύτερη δυσκολία, τα δε, αξίας άνω των 50 ευρώ παραμένουν καθηλωμένα στους πάγκους και στις προθήκες των καταστημάτων.
Η πρόσθετη παράμετρος που έχει πλέον καθηλωθεί στις συνειδήσεις των τουριστών είναι ο παράγοντας βάρος του εμπορεύματος. Ολοι εκείνοι που ταξιδεύουν με τις αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους φροντίζουν να κάνουν αγορές αντικειμένων με χαμηλό βάρος (υφάσματα, μερικές φορές κοσμήματα και άλλα) προκειμένου να αποφύγουν το υπέρβαρο και τη μεγάλη χρέωσή του για να φορτωθεί στο αεροπλάνο.
Ο Απρίλιος που απέρχεται σε λίγες ημέρες έφερε στη Ρόδο αρκετούς τουρίστες οι οποίοι, ωστόσο, με τη σειρά τους απέδωσαν χαμηλά έσοδα για τα καταστήματα. Σε ό,τι αφορά, μάλιστα, στη Μεσαιωνική Πόλη, οι καταστηματάρχες θεωρούν πως η «κίνηση του χρήματος» θα γίνει αισθητή από τον Ιούνιο και έως τότε η αγορά θα λειτουργεί υποτονικά.
Δεν πρέπει, βέβαια να παραβλεφθεί το γεγονός ότι οι στο λιανεμπόριο τουριστικών ειδών της Ρόδου έχει διαπιστωθεί πως οι έμποροι είναι δέσμιοι των εμπορευμάτων τους. Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων του λιανεμπορίου έχουν προς διάθεση εμπορεύματα που τους έμειναν απούλητα τα προηγούμενα χρόνια και εξαιτίας αυτών περιορίζουν την ποσότητα προμήθειας νέων ειδών (που βρίσκονται σήμερα στη μόδα της αγοράς). Ο εγκλωβισμός στα παλιά εμπορεύματα προκαλεί την αδιαφορία των πελατών οι οποίοι και γνωρίζουν πολύ καλά τι είναι σύγχρονο και τι παλιομοδίτικο.







