Απερρίφθησαν οι προσφυγές δικηγόρων και επιτηδευματιών

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Με 8 αποφάσεις που εξέδωσε το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου απορρίφθηκαν ισάριθμες προσφυγές που άσκησαν δικηγόροι και επιτηδευματίες του νησιού κατά του τέλους επιτηδεύµατος, που επιβλήθηκε µε το άρθρο 31 του Ν. 3986/2011 σε ασκούντες ελεύθερο επάγγελµα.
Στις προσφυγές εκτίθεται ότι η επιβολή αναδροµικής φορολογικής επιβάρυνσης είναι µη σύννοµη και άκυρη, ως αντισυνταγµατική. Η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στο συνολικό ακαθάριστο εισόδηµα, πραγµατικό ή τεκµαρτό, φορολογούµενο ή απαλλασσόµενο των φυσικών προσώπων ή της σχολάζουσας κληρονοµιάς των δηλώσεων φορολογίας εισοδήµατος του οικονοµικού έτους 2011 (διαχειριστικής χρήσης 2010) εφόσον αυτό υπερβαίνει τα 12.000 ¤ ενώ επισημαίνεται ότι ουσιαστικά διώκεται εν έτει 2011 η επιβολή φορολογικής επιβάρυνσης για ήδη φορολογηθέντα εισοδήµατα του έτους 2010, έτους σαφώς εκτεινόµενου πέρα από το προηγούµενο εκείνου από το οποίο επιβλήθηκε η εν λόγω εισφορά.
Θεώρησαν έτσι ότι η επιβληθείσα εισφορά αντίκειται στην διάταξη της παρ. 2 αρ. 78 του Συντάγµατος, η οποία ρητώς απαγορεύει την επιβολή µε νόµο αναδροµικής ισχύος, που εκτείνεται πέρα από το οικονοµικό έτος το προηγούµενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.
Ως δεύτερος λόγος προσφυγής προβάλλεται ότι η υπό του αρ. 18 Ν.3758/2009 διάταξη, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Στην παρ. 2 του ιδίου αρ. 29 Ν. 3986/2011 καθορίζεται ο τρόπος κλιµακώσεως της εκτάκτου εισφοράς, εκκινώντας από το ποσό των 120 ¤ για ετήσιο συνολικό εισόδηµα 12.000 ¤ και άνω. Εντούτοις, η καθιερούµενη στην άνω διάταξη κλίµακα προσκρούει στην κατοχυρωθείσα δια της παρ. 5 αρ. 4 του Συντάγµατος αρχής της αναλογικότητας κατά την οποία «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δηµόσια βάρη, ανάλογα µε τις δυνάµεις τους». Και τούτο διότι δια της άνω κλίµακας ο φορολογούµενος που δήλωσε καθαρό εισόδηµα 12.000 ¤ δεν επιβαρύνεται µε την εν λόγω εισφορά, ενώ ο δηλώσας εισόδηµα κατά 1 µόλις ευρώ µεγαλύτερο (12.001,00 ¤) υπόκειται σε εισφορά ποσού 120 ¤.
Οι προσφεύγοντες επεσήμαναν παραπέρα ότι η παραπάνω διάταξη παραβιάζει, πολλαπλά µάλιστα, την αρχή της ίσης µεταχείρισης, αφού καταλαµβάνει και έσοδα απαλλασσόµενα της φορολογίας επ’ ονόµατι των φυσικών προσώπων ή αυτοτελώς φορολογηθέντα µε εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης (π.χ. µερίσµατα, τόκοι κλπ), τα οποία εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια εκάστου φορολογουµένου εάν θα περιληφθούν στην υποβαλλόµενη υπ’ αυτού δήλωση φορολογίας εισοδήµατος του αντίστοιχου έτους.
Το δικαστήριο έκρινε ωστόσο ότι με την 1685/2013 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας η οποία εκδόθηκε, ύστερα από αίτημα της Αντεπιτρόπου των Διοικητικών Δικαστηρίων ενεργούσα κατόπιν εντολής του Γενικού Επιτρόπου των Διοικητικών Δικαστηρίων στα πλαίσια της «πρότυπης δίκης», κρίθηκε ότι η κατά τις διατάξεις του ν. 3758/2009 έκτακτη οικονομική εισφορά, ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης, έτσι ώστε «να συνεισφέρουν περισσότερο τα υψηλότερα εισοδήματα», το δε ύψος της καθορίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, στον ίδιο το νόμο, σε συγκεκριμένα ποσά που βαίνουν αυξανόμενα σε αντιστοιχία με κλιμάκια -υψηλών πράγματι (άνω των 60.000 ευρώ)- καθαρών εισοδημάτων, όπως αυτά έχουν προκύψει για το οικονομικό έτος 2008 από τους οικείους τίτλους και ανεξάρτητα εάν είναι ή όχι φορολογητέα κατά τη νομοθεσία περί φορολογίας του εισοδήματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω εισφορά δεν έχει ως αντικείμενο τα πιο πάνω εισοδήματα του οικονομικού έτους 2008, ώστε να τίθεται ζήτημα αναδρομικής φορολόγησής τους κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος.
Απλώς, τα εισοδήματα αυτά, εν όψει και του ό,τι, όταν ανέκυψε η έκτακτη, λόγω της κρίσεως, δημοσιονομική ανάγκη, και επιβλήθηκε η επίμαχη εισφορά με τον δημοσιευθέντα στο ΦΕΚ Α’ 68/5.5.2009 ως άνω νόμο, δεν είχε καν ολοκληρωθεί η υποβολή των σχετικών δηλώσεων, για το οικονομικό έτος 2009, θεωρήθηκαν – ευλόγως – από το νομοθέτη ως τα πλέον πρόσφατα ασφαλή στοιχεία διαγνώσεως της αυξημένης φοροδοτικής ικανότητας στην οποία απέβλεψε, απετέλεσαν, δηλαδή, το κριτήριο και συνακόλουθα, τη βάση επιβολής της έκτακτης εισφοράς, έτσι ώστε και το ποσό που θα συγκεντρωνόταν να μπορεί να προϋπολογισθεί, και να επιβαρυνθούν με την εισφορά οι κατά τεκμήριο πλουσιότεροι πολίτες.
Το δικαστήριο έκρινε παραπέρα ότι με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ανταποκρινόμενα στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, παρέχεται δε, ευρεία σχετική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχετικά