Οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα θα πρέπει να καταλήξουν σε ένα θετικό αποτέλεσμα, καθώς, διαφορετικά, δεν θα καταβληθεί η επόμενη δόση του δανείου, διεμήνυσε την Τρίτη στην Αθήνα ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε, κατά την ομιλία του στη γερμανική βουλή για τον προϋπολογισμό του 2012.
Ο κ. Σόιμπλε κάλεσε για μία ακόμα φορά την ελληνική κυβέρνηση να τηρήσει τις δεσμεύσεις της, αναφερόμενος προφανώς στις διαρθρωτικές αλλαγές και τις αποκρατικοποιήσεις.
Όπως είπε, οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα που διεκόπησαν την περασμένη εβδομάδα θα πρέπει να συνεχιστούν και να καταλήξουν σε ένα θετικό αποτέλεσμα, σε διαφορετική περίπτωση δεν μπορεί να καταβληθεί η επόμενη δόση του δανείου.
«Πρέπει να το γνωρίζουν αυτό στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν περιθώρια διαφορετικών αποφάσεων», είπε, σύμφωνα με την Deutsche Welle.
Ο Γερμανός υπουργός προσέθεσε πως αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες και τις αντιδράσεις που προκαλούν τα προγράμματα περικοπών στο εσωτερικό των χωρών που αντιμετωπίζουν προβλήματα και παράλληλα επισήμανε (απευθυνόμενος στην κοινή γνώμη της χώρας του) ότι είναι λάθος η εικόνα που μεταφέρεται ότι οι χώρες αυτές επαναπαύονται.
Σε αντίστοιχο μήκος κύματος ήταν και η παρέμβαση του προέδρου της ΕΚΤ, καθώς, σε συνέντευξή του σε γαλλικό τηλεοπτικό δίκτυο, είπε ότι «ο χρόνος είναι προφανώς εξαιρετικά σύντομος, για να πάρει η ελληνική κυβέρνηση τις αποφάσεις που απαιτούνται από τις τρέχουσες συνθήκες», αναφερόμενος στην επάνοδο της τρόικας στην Αθήνα στα μέσα Σεπτεμβρίου.
Εν τω μεταξύ, η Γερμανίδα καγκελάριος Α. Μέρκελ και ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρομπάι συμφώνησαν, κατά τη συνάντησή τους τη Δευτέρα στο Βερολίνο, ότι οι χώρες που αντιμετωπίζουν πρόβλημα θα πρέπει να εφαρμόσουν άμεσα τα συμφωνηθέντα όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξυγίανση των δημοσιονομικών τους.
Αντικείμενο της συνάντησης ήταν η προετοιμασία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που θα γίνει τον Οκτώβριο, όπου θα συζητηθούν προτάσεις για τον καλύτερο συντονισμό της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Λεπτομέρειες των συζητήσεων δεν έγιναν γνωστές, ωστόσο εκτιμάται ότι συζητήθηκαν οι τελευταίες εξελίξεις στην ευρωζώνη και ειδικότερα η κατάσταση στην Ελλάδα.
Την ίδια ώρα, σε βαρύ κλίμα πραγματοποιήθηκε, τη Δευτέρα, η συνεδρίαση της Κ.Ο. Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών μετά την ήττα του κόμματος της Μέρκελ στις περιφερειακές εκλογές της Κυριακής στο Μεκλεμβούργο.
Η κ. Μέρκελ, που νωρίτερα είχε αποκλείσει έξοδο της Ελλάδας από την ΟΝΕ, φέρεται να υπογράμμισε, σύμφωνα με συμμετέχοντες, ότι εάν η Ελλάδα δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, δεν θα υπάρξει νέα βοήθεια ούτε από το τρέχον αλλά ούτε και από το σχεδιαζόμενο νέο πακέτο στήριξης.
Η συνεδρίαση ήρθε να αναδείξει τις έντονες διαφωνίες που υπάρχουν εντός του κόμματός της. Σε ψηφοφορία που έγινε στην Κ.Ο. επί του νομοσχεδίου για τη διεύρυνση του μηχανισμού στήριξης, 12 βουλευτές ψήφισαν κατά, ενώ 7 απείχαν.
Σε υψηλούς τόνους και οι τοποθετήσεις των συγκυβερνώντων Φιλελευθέρων.
Ο αντιπρόεδρος της βουλής, υπεύθυνος για θέματα δημοσιονομικών των Φιλελευθέρων Χέρμαν Ότο Σολμς, επανέλαβε τις θέσεις του για έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ ενώ ο επικεφαλής της Κ.Ο. του κόμματος και πρώην υπουργός Οικονομίας Ράινερ Μπρούντερλε, χαρακτήρισε «προκλητική» τη συμπεριφορά της Ελλάδας μετά τη διακοπή των διαπραγματεύσεων με την τρόικα.
Όπως επισημαίνει η DW, οι τόνοι της αντιπαράθεσης αναμένεται να ανέβουν ακόμη περισσότερο τα επόμενα 24ωρα καθώς ξεκίνησε στη γερμανική βουλή η συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2012, ενώ αναμένεται η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου για τη συμμετοχή της Γερμανίας στα πακέτα στήριξης.
«Ο χρόνος για τις αναγκαίες αποφάσεις είναι εξαιρετικά σύντομος» διαμηνύει
στην Αθήνα ο Τρισέ
Ο χρόνος για να πάρει η ελληνική κυβέρνηση τις αποφάσεις που απαιτούνται «είναι προφανώς εξαιρετικά σύντομος», διαμηνύει στην Αθήνα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ, ενώ εντείνονται οι πιέσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους για την άμεση προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών και των ιδιωτικοποιήσεων.
Σε δηλώσεις που έκανε το βράδυ της Δευτέρας στο γαλλικό τηλεοπτικό δίκτυο LCI, ο κ. Τρισέ εξέφρασε την πεποίθησή του ότι η ελληνική κυβέρνηση θα λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις για να συνεχισθεί το πρόγραμμα στήριξης ΕΕ-ΔΝΤ.
Ο κ. Τρισέ είπε ότι οι αξιωματούχοι της τρόικας έδωσαν στην κυβέρνηση τον χρόνο να πάρει τις αναγκαίες αποφάσεις.
«Ο χρόνος είναι προφανώς εξαιρετικά σύντομος, για να πάρει η ελληνική κυβέρνηση τις αποφάσεις που απαιτούνται από τις τρέχουσες συνθήκες», δήλωσε, αναφερόμενος στην επάνοδο της τρόικας στην Αθήνα στα μέσα Σεπτεμβρίου.
«Αυτό που ζητάμε από την κυβέρνηση είναι να εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα, τίποτε περισσότερο», είπε, προσθέτοντας:
«Ξόδευαν (σ.σ.: στην Ελλάδα) περισσότερα από τα έσοδά τους και αυτό δεν ήταν δυνατό να συνεχισθεί […] Υπάρχει ακόμη χρόνος για επιστροφή σε μία φυσιολογική κατάσταση, αλλά μένει ακόμη να υιοθετηθούν τα μέτρα».
Ο κ. Τρισέ παραδέχθηκε ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ και του ΔΝΤ σχετικά με τις ανάγκες κεφαλαιακής ενίσχυσης των ευρωπαϊκών τραπεζών, μετά την εκτίμηση (σ.σ.: σε προσχέδιο έκθεσης) από το ΔΝΤ ενός ελλείμματος κεφαλαίων ύψους 200 δισ. ευρώ.
«Υπάρχει μία πολύ σημαντική διαφωνία για τις μεθόδους υπολογισμού των κεφαλαιακών αναγκών […] Είμαι πεπεισμένος ότι η τελική εκτίμηση του ΔΝΤ δεν θα είναι αυτή», τόνισε ο επικεφαλής της ΕΚΤ.
Διαβούλευση για
τα ευρωομόλογα,
«αν πρόκειται να τα
εξετάσουμε σοβαρά»,
ζητά η Κομισιόν
Πριν την όποια συζήτηση για την έκδοση ευρωομολόγων, θα πρέπει να μπουν στο τραπέζι όλες οι πιθανές επιλογές και το ζήτημα να εξεταστεί από όλες τις πλευρές του, ανέφερε η Κομισιόν την Τρίτη, λέγοντας πως χρειάζεται μία «σε βάθος ανάλυση του θέματος, εάν πρόκειται να το προσεγγίσουμε στα σοβαρά».
Παράλληλα, ο εκπρόσωπος του Επιτρόπου Οικονομικών Υποθέσεων Όλι Ρεν επανέλαβε τη σημασία που δίνει η Κομισιόν στην άμεση, έγκαιρη και πλήρη εφαρμογή των συμφωνηθέντων στη Σύνοδο της 21 Ιουλίου.
Σχετικά με το ζήτημα των κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού, υπενθυμίζεται πως ο επικεφαλής του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, όπως και άλλοι ανώτατοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, έχουν προτείνει τα ευρωομόλογα ως μια πιθανή λύση στην κρίση χρέους.
«Για την όποια σοβαρή προσέγγιση πάνω σε αυτό το θέμα, και φυσικά είμαστε πάντα ανοικτοί να δούμε όλους τους μηχανισμούς που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην καλύτερη διαχείριση της τρέχουσας κρίσης, αίσθησή μας είναι ότι η δουλειά θα πρέπει να ξεκινήσει με μια σε βάθος ανάλυση των επιλογών που υπάρχουν» δήλωσε εκπρόσωπος της Κομισιόν, όπως μεταδίδει το Reuters.
«Θα πρέπει να δούμε τι είδους ομόλογα μπορούν να υπάρξουν, ποια είναι τα πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματα» είπε, προσθέτοντας ότι θα πρέπει να υπάρξει διαβούλευση επί των διαφόρων προτάσεων πριν εξεταστούν τα όποια νομοθετικά μέτρα.
Παράλληλα, ο εκπρόσωπος του Όλι Ρεν επανέλαβε την Τρίτη την ανάγκη άμεσης και συνολικής εφαρμογής των αποφάσεων της 21ης Ιουλίου για τη στήριξη της Ελλάδας, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχουν καταληκτικές προθεσμίες.
Κληθείς να σχολιάσει την είδηση ότι η Βουλή της Σλοβακίας δεν πρόκειται να επικυρώσει την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας πριν από το Δεκέμβριο, ο Αμαντέου Αλταφάζ αναφέρθηκε στη σημασία να επιλυθεί το θέμα αυτό τάχιστα, κάτι που όπως είπε, είναι υψίστης σημασίας για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ευρωζώνη καθώς και για την ικανότητά της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την κρίση χρέους.
Σε ό,τι αφορά τις απόψεις που διατυπώθηκαν από ορισμένους Ευρωπαίους ηγέτες, οι οποίοι απηύθυναν έκκληση για τροποποίηση της Συνθήκης προκειμένου να ενισχυθεί η οικονομική διακυβέρνηση, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής Ολιβιέ Μπαγί τόνισε ότι η ισχύουσα Συνθήκη παρέχει πολλές δυνατότητες για την εμβάθυνση της οικονομικής ολοκλήρωσης και για να καταστεί πιο αποτελεσματική η οικονομική συνεργασία στην Ευρώπη.
Πάντως, σημείωσε ότι εφόσον η εμβάθυνση της οικονομικής ολοκλήρωσης απαιτήσει αλλαγή της νομικής βάσης, τότε αυτό είναι θέμα των κρατών μελών, τα οποία θα πρέπει να συμφωνήσουν σε αλλαγή της Συνθήκης. Σε αυτό το στάδιο κάτι τέτοιο αποτελεί υποθετικό σενάριο, επεσήμανε ο Ο. Μπαγί.
Τέλος, εξέφρασε την ελπίδα να υιοθετηθούν τάχιστα οι έξι νομοθετικές προτάσεις που έχει καταθέσει η Επιτροπή από το Σεπτέμβριο του 2010 για την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης. Το θέμα αυτό βρίσκεται σε εκκρεμότητα στις διαβουλεύσεις που διεξάγονται μεταξύ του Συμβουλίου υπουργών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.













