• Η ιστορία της ακριτικής μορφής που έγινε εθνικό σύμβολο και η σύγχρονη γεωπολιτική σύγκρουση στην Ανατολική Μεσόγειο
Στην ακριτική γραμμή του ελληνισμού, εκεί όπου το Καστελλόριζο, η Ρω, η Στρογγύλη και οι μικρές βραχονησίδες της Μεγίστης αποκτούν σήμερα κομβική γεωπολιτική σημασία μέσα στη διαρκή τουρκική αμφισβήτηση για τις θαλάσσιες ζώνες, την επήρεια των νησιών και τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», η μορφή της Κυράς της Ρω -σαν σήμερα μέρα που έφυγε από τη ζωή το 1982- επιστρέφει πιο επίκαιρη από ποτέ.
Η ιστορία της Δέσποινας Αχλαδιώτη δεν αποτελεί απλώς μια συγκινητική αφήγηση αυταπάρνησης και πατριωτισμού. Είναι μια ιστορία που συνδέεται άμεσα με τη σημερινή γεωστρατηγική πραγματικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και τη μάχη για την ελληνική ΑΟΖ, καθώς το σύμπλεγμα του Καστελλορίζου βρίσκεται στο επίκεντρο των τουρκικών διεκδικήσεων. «Ήσουν της θάλασσας θεριό / κυρά μου Δέσποινα της Ρω / Ύψωνες σαν παλικάρι / τη σημαία στο κοντάρι». Οι στίχοι που γράφτηκαν αργότερα για εκείνη αποτυπώνουν το μέγεθος ενός συμβόλου που γεννήθηκε μέσα στις φλόγες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και επανήλθε δεκαετίες αργότερα στο επίκεντρο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1943, το ελληνικό αντιτορπιλικό «Ναύαρχος Κουντουριώτης» συμμετείχε στην επιχείρηση απελευθέρωσης του Καστελλόριζου από τις ιταλικές δυνάμεις κατοχής. Οι Σύμμαχοι σχεδίαζαν να χρησιμοποιήσουν το ακριτικό νησί ως προκεχωρημένη βάση επιχειρήσεων στο Αιγαίο, γεγονός που προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση των Γερμανών, οι οποίοι από τη Ρόδο εξαπέλυσαν αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς. Το Καστελλόριζο μετατράπηκε σε ερείπια και οι κάτοικοί του οδηγήθηκαν στα προσφυγικά στρατόπεδα της Παλαιστίνης.

Όλοι έφυγαν. Όλοι εκτός από μία γυναίκα…
Η Δέσποινα Αχλαδιώτη αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη Ρω, τη μικρή βραχονησίδα λίγα μίλια δυτικά του Καστελλόριζου, όπου ζούσε μαζί με την τυφλή μητέρα της. Μέσα στον ορυμαγδό του πολέμου, συνέχισε καθημερινά να υψώνει την ελληνική σημαία, διατρανώνοντας με μια σιωπηλή αλλά βαθιά πολιτική πράξη την ελληνική κυριαρχία στην εσχατιά του Αιγαίου. Στο πρόσωπό της, η τοπική κοινωνία αλλά και ολόκληρη η χώρα αναγνώρισαν αργότερα μια σύγχρονη Μπουμπουλίνα. Μια γυναίκα που, χωρίς αξιώματα και δημόσιες σχέσεις, υπερασπίστηκε έμπρακτα αυτό που σήμερα βρίσκεται στον πυρήνα των ελληνοτουρκικών διαφορών: την παρουσία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στα νησιά και τις βραχονησίδες της Ανατολικής Μεσογείου. Η ζωή της υπήρξε σκληρή και δραματική. Όταν πέθανε η τυφλή μητέρα της, η ίδια μετέφερε μόνη της τη σορό με μια μικρή βάρκα στο Νυφτάκι για να την κηδέψει σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση. Χρόνια αργότερα, γερασμένη και πάμπτωχη, εγκαταστάθηκε στο Καστελλόριζο, κουβαλώντας όμως βαθιά μέσα της το παράπονο για την αδιαφορία της Πολιτείας. Το πρόσωπο που αφουγκράστηκε περισσότερο από κάθε άλλον αυτό το παράπονο ήταν ο ναύαρχος ε.α. Μιχάλης Αγαπητός, γνήσιος Καστελλοριζιός και άνθρωπος βαθιά δεμένος με τις ρίζες του. Σύμφωνα με τη μαρτυρίες, ο ναύαρχος υπήρξε ο άνθρωπος που ουσιαστικά ανέδειξε πανελλαδικά την ιστορία της Κυράς της Ρω, αντιλαμβανόμενος εγκαίρως πως η μορφή της δεν ήταν μόνο ανθρώπινο σύμβολο, αλλά και εθνικό κεφάλαιο. Η ίδια η Κωνσταντίνα Αγαπητού θυμάται πως όλα ξεκίνησαν τον Δεκαπενταύγουστο του 1975. Μετά τη λειτουργία στον Άγιο Κωνσταντίνο, η Δέσποινα Αχλαδιώτη πλησίασε τον πατέρα της και με παράπονο του είπε πως, παρά τα χρόνια που ζούσε στη Ρω υψώνοντας καθημερινά την ελληνική σημαία, το ελληνικό κράτος δεν της είχε αναγνωρίσει ούτε καν μια σύνταξη. Ο ναύαρχος συγκινήθηκε βαθιά και της υποσχέθηκε πως θα κινητοποιούσε την Πολιτεία.

«Δεν έκανα και τίποτα σπουδαίο…»
Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1975, ο δημοσιογράφος της τουρκικής εφημερίδας «Χουριέτ», Ομέρ Χαμί Κοζάρ, μαζί με δύο ακόμη Τούρκους, ύψωσε τουρκική σημαία στη Ρω. Η ενέργεια είχε σαφή πολιτικό συμβολισμό και πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο εξαιρετικά τεταμένων σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Το περιστατικό θεωρήθηκε από πολλούς ως προάγγελος της πολιτικής αμφισβήτησης που η Άγκυρα θα ανέπτυσσε συστηματικά τα επόμενα χρόνια απέναντι σε νησιά και βραχονησίδες του Αιγαίου. Μια στρατηγική που αργότερα θα αποκρυσταλλωνόταν στη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», με την Τουρκία να αμφισβητεί ευθέως την επήρεια των ελληνικών νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, επιχειρώντας να περιορίσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο ναύαρχος Αγαπητός ταξίδεψε αμέσως στο ακριτικό σύμπλεγμα για να εμψυχώσει τους κατοίκους, ενώ ενημέρωσε με τηλεγραφήματα τον τότε υπουργό Εθνικής Άμυνας Ευάγγελο Αβέρωφ Τοσίτσα για τον κίνδυνο ερήμωσης της περιοχής. Ο ευπατρίδης Καστελλοριζιός είχε αντιληφθεί ότι εκείνη ήταν ίσως η τελευταία ευκαιρία να ακουστεί η Μεγίστη σε ολόκληρη την Ελλάδα. Στο ευρύ κοινό το Καστελλόριζο ήταν σχεδόν άγνωστο ακόμη και στους ελληνικούς χάρτες το νησί εμφανιζόταν συχνά αποκομμένο μέσα σε ένα μικρό πλαίσιο, «πεταμένο κάτω από τη Ρόδο ή ακόμη και κάτω από την Κύπρο». Ο ναύαρχος Μιχάλης Αγαπητός κινητοποιήθηκε άμεσα. Πρότεινε στον τότε αρχηγό του ΓΕΝ, ναύαρχο Κωνσταντίνο Εγκολφόπουλο, να μεταβεί στο Καστελλόριζο πολεμικό πλοίο, ώστε να αποδοθούν επίσημες τιμές στην Δέσποινα Αχλαδιώτη ενώπιον όλων των κατοίκων. Πρότεινε επίσης η παρασημοφόρηση να γίνει από τον τότε πλοίαρχο Περίανδρο Λαμπίρη, Δωδεκανήσιο από τη Χάλκη, καθώς και να καλυφθεί τηλεοπτικά η τελετή ώστε να προβληθεί σε όλη την Ελλάδα. Όλες οι προτάσεις έγιναν δεκτές. Τον Νοέμβριο του 1975, πολεμικό πλοίο κατέπλευσε στο Καστελλόριζο μεταφέροντας αξιωματικούς, επισήμους και δημοσιογράφους. Στον αυλόγυρο του Αγίου Κωνσταντίνου, η Δέσποινα Αχλαδιώτη τιμήθηκε με το Αναμνηστικό Μετάλλιο Εκστρατείας 1941-1945 εκ μέρους του υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Κατά την προσφώνησή του, ο ναύαρχος Αγαπητός είχε δηλώσει πως στο πρόσωπο της Δέσποινας Αχλαδιώτη τιμάται «ολόκληρο το Καστελλόριζο για τους αγώνες του να παραμείνει ελληνικό δια μέσου των αιώνων». Η ίδια, απορημένη από τη δημοσιότητα και τις ξαφνικές τιμές, ρώτησε κάποια στιγμή :«Τώρα παιδάκι μου, γιατί μου τα κάνουν εμένα όλα αυτά; Δεν έκανα και τίποτα σπουδαίο…». Κι όμως, αυτό ακριβώς το «τίποτα σπουδαίο» αποδείχθηκε ιστορικά τεράστιο.
Γιατί στη σημερινή εποχή των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, των ενεργειακών σχεδιασμών και των διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ρω και το Καστελλόριζο δεν είναι απλώς μικρές κουκκίδες στον χάρτη. Αποτελούν κρίσιμους κρίκους της ελληνικής κυριαρχίας και της θαλάσσιας συνέχειας της χώρας. Η παρουσία της Κυράς της Ρω σε αυτόν τον μικρό βράχο δεν ήταν μόνο μια προσωπική πράξη πατριωτισμού. Ήταν μια καθημερινή άσκηση εθνικής κυριαρχίας. Ένα διαρκές μήνυμα ότι ακόμη και οι πιο μικρές βραχονησίδες διαθέτουν ιστορία, ζωή και ανθρώπους που κράτησαν όρθια την ελληνική σημαία. Και ίσως γι’ αυτό η μορφή της εξακολουθεί να αποκτά τόσο ισχυρό συμβολισμό κάθε φορά που η Τουρκία επαναφέρει τις αμφισβητήσεις της απέναντι στα ελληνικά νησιά, την επήρειά τους και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στην ΑΟΖ της Ανατολικής Μεσογείου.
















