• Το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά απέρριψε την έφεση της Ιεράς Μητρόπολης Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας για τις παρεμβάσεις εκατέρωθεν του ιστορικού κτηρίου «Πατριαρχείο» στα Άλιντα, κρίνοντας ότι οι κατασκευές πραγματοποιήθηκαν μετά το 1998 χωρίς την απαιτούμενη άδεια και εντός της καθορισμένης ζώνης αιγιαλού
Η συζήτηση για τις αυθαίρετες κατασκευές σε παραλίες και αιγιαλούς μονοπωλείται τα τελευταία χρόνια από τις εικόνες των λεγόμενων «μπιτσόμπαρων», των αυθαίρετων ξαπλωστρών και των παράνομων επεμβάσεων σε τουριστικές περιοχές. Η πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, ωστόσο, έρχεται να δείξει ότι ο μηχανισμός ελέγχου της διοίκησης για την προστασία του αιγιαλού δεν κάνει διακρίσεις ανάλογα με το πρόσωπο ή τον φορέα που προβαίνει στις παρεμβάσεις. Στο στόχαστρο βρέθηκε και επίσημα εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο κλήθηκε να πληρώσει πρόστιμο 18.700 ευρώ για αυθαίρετες κατασκευές εντός του κοινόχρηστου χώρου του αιγιαλού, στην περιοχή «Άλιντα – Κριθώνι» της Λέρου.
Η υπόθεση, η οποία κρίθηκε με την υπ’ αριθμόν 131/2026 απόφαση του Γ’ Μονομελούς Τμήματος του Δικαστηρίου, σε μεταβατική έδρα στη Ρόδο, αφορά στην Ιερά Μητρόπολη Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας, η οποία προσέφυγε δικαστικά κατά της απόφασης του λιμενάρχη Λέρου για την επιβολή του διοικητικού προστίμου. Το Δικαστήριο, όπως είχε πράξει και σε πρώτο βαθμό το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου με την υπ’ αριθμόν Α 469/2021 απόφασή του, απέρριψε στο σύνολό τους τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος νομικού προσώπου και επικύρωσε το πρόστιμο.
Το χρονικό της διοικητικής έρευνας
Η υπόθεση ξεκίνησε έπειτα από καταγγελία που υποβλήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2015 και διαβιβάστηκε στην Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσου Α’ από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, με την οποία γνωστοποιούνταν αυθαίρετες και παράνομες καταλήψεις τμημάτων κοινόχρηστου χώρου αιγιαλού και παραλίας του Δημοσίου σε διάφορες περιοχές της Λέρου. Η πρώτη αυτοψία διενεργήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 2015 και 11 Νοεμβρίου 2015, ενώ η επιμέτρηση των κατασκευών ολοκληρώθηκε την 1η Αυγούστου 2017, με νέα αυτοψία βάσει των εγκρίσεων μετακίνησης του προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Αιγαίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν, το συνολικά καταληφθέν τμήμα του κοινόχρηστου χώρου του αιγιαλού ανέρχεται σε 404 τετραγωνικά μέτρα και αφορά δεκαεπτά διακριτά στοιχεία και τμήματα κατασκευών, εκατέρωθεν της ιδιοκτησίας της Ιεράς Μητρόπολης. Οι κατασκευές καταγράφηκαν με γράμματα από το Α έως το Ρ και περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, πετρόκτιστο τοιχίο εμβαδού 13,60 τετραγωνικών μέτρων, ισόγειο πετρόκτιστο κτίσμα 21,60 τετραγωνικών μέτρων, αύλειο χώρο 63,70 τετραγωνικών μέτρων, τμήμα ισόγειου πετρόκτιστου τμήματος 18 τετραγωνικών μέτρων, βάση από μπετόν με δύο μπλόκια σκυροδέματος που λειτουργούσαν προφανώς ως κυματοθραύστης, καθώς και πέργκολα με ξύλινη οροφή και τοιχοποιία από πέτρα.
Καταγράφηκαν επιπλέον διαμορφωμένο υπερυψωμένο επίπεδο με πλάκες και επένδυση από πέτρες εμβαδού 21,40 τετραγωνικών μέτρων, διαμόρφωση βραχώδους επιφάνειας με πλάκες και μωσαϊκά εμβαδού 153 τετραγωνικών μέτρων, δύο προβλήτες, τοιχία από μπετόν διαφόρων διαστάσεων, σκάλα με δύο τοιχία κυμαινόμενου ύψους, ισόγειο κτίσμα από μπετόν με τοιχοποιία επενδεδυμένη με πέτρα εδρασμένο σε υπερυψωμένη κατασκευή εμβαδού 27,80 τετραγωνικών μέτρων, καθώς και ισόγειο κτίσμα από μπετόν εμβαδού 11,20 τετραγωνικών μέτρων που καλυπτόταν από πόρτα αλουμινίου.
Η κλήση σε απολογία και οι ισχυρισμοί της Μητρόπολης
Μετά την έκθεση βεβαίωσης παράβασης που συντάχθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2018, η Ιερά Μητρόπολη κατέθεσε το από 6 Φεβρουαρίου 2019 υπόμνημα. Οι ισχυρισμοί της κρίθηκαν επαρκείς μόνο ως προς δύο από τα δεκαεπτά στοιχεία, με το σκεπτικό ότι είχαν κατασκευαστεί για λόγους στατικούς και προστατευτικούς από τον κυματισμό των ισχυρών βόρειων ανέμων, κατ’ επίκληση Υπουργικής Απόφασης. Η απόφαση αυτή είχε χαρακτηρίσει ως διατηρητέα την κύρια όψη του κτηρίου «Πατριαρχείο Αλίνδων», το εξωτερικό πέτρινο τείχος που περικλείει τον περιβάλλοντα χώρο του, καθώς και την εκκλησία του Αγίου Σωφρονίου που βρίσκεται στον ίδιο χώρο.
Για τις υπόλοιπες δεκαπέντε κατασκευές, οι ισχυρισμοί της Μητρόπολης κρίθηκαν ανεπαρκείς. Σε νέο έλεγχο που διενεργήθηκε στις 5 Αυγούστου 2019 από όργανα του Λιμεναρχείου Λέρου, διαπιστώθηκε ότι οι κατασκευές δεν είχαν απομακρυνθεί και ο χώρος του αιγιαλού δεν είχε επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Στη συνέχεια, ο λιμενάρχης Λέρου εξέδωσε στις 22 Αυγούστου 2019 απόφαση επιβολής προστίμου 18.700 ευρώ, με ταυτόχρονη υποχρέωση αποκατάστασης του χώρου εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση πρωτοκόλλου κατεδάφισης.
Οι γραμμές άμυνας του εκκαλούντος
Η Ιερά Μητρόπολη επικαλέστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σειρά επιχειρημάτων για να ανατρέψει το πρόστιμο. Υποστήριξε ότι οι κατασκευές προϋπήρχαν του 1998 και εντάσσονται στο κτηριακό συγκρότημα που είναι γνωστό ως «Πατριαρχείο» Αλίνδων, το οποίο, όπως ανέφερε, υφίσταται από το 1864, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Σωφρόνιο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, το 1955 έγιναν πρόχειρες επεμβάσεις λόγω των εκτεταμένων καταστροφών που είχε υποστεί το κτίριο από τους βομβαρδισμούς κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ η αναστήλωσή του πραγματοποιήθηκε μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων, αφού εξασφαλίστηκαν οι νόμιμες άδειες.
Η Μητρόπολη προσκόμισε μεταξύ άλλων απόφαση του υπουργού Αιγαίου, άδεια οικοδομής του 1990 από το Πολεοδομικό Γραφείο Καλύμνου για αντικατάσταση στέγης και προσθήκη διώροφου τμήματος με υπόγειο, η οποία μετά από αναθεώρηση ίσχυσε έως τις 19 Νοεμβρίου 1998, απόφαση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας περί χρηματοδότησης του έργου «Αναπαλαίωση Διατηρητέου Κτιρίου Πατριαρχείου Αλινδών Λέρου» μέσω του INTERREG από πόρους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης, Τεχνική – Αιτιολογική Έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γεώργιου Κάνδρου, καθώς και φωτογραφίες του κτίσματος από τα έτη 1930, 1993, 1995, 1998, 2014 και 2016.
Η κρίση του Δικαστηρίου για την αιτιολογία και τον αιγιαλό
Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί αοριστίας και αναιτιολόγητου της απόφασης επιβολής προστίμου, κρίνοντας ότι η πράξη ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, εφόσον ανέφερε τις κρίσιμες κατά νόμο διαπιστώσεις για τη βεβαίωση της παράβασης, ήτοι την ύπαρξη κατασκευών εντός του χώρου του αιγιαλού χωρίς άδεια των αρμόδιων αρχών, την έκταση της καταληφθείσας παραλίας, το εμβαδόν των αυθαίρετων κατασκευών, το είδος της κατασκευής και τις διατάξεις που παραβιάστηκαν. Όπως επισημαίνεται, η αιτιολογία συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου, τις εκθέσεις αυτοψίας, το τοπογραφικό διάγραμμα και τις φωτογραφίες.
Κρίσιμο σημείο της απόφασης αποτελεί η εκτίμηση του Δικαστηρίου ότι ο αιγιαλός δεν δημιουργείται με πράξεις της Πολιτείας, αλλά προκύπτει από φυσικά φαινόμενα, δηλαδή τις μεγαλύτερες, αλλά συνήθεις, αναβάσεις των κυμάτων. Η διοικητική πράξη καθορισμού οριογραμμής αιγιαλού αποτελεί ατομική πράξη γενικού περιεχομένου που δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο άλλης δίκης. Για την περιοχή «Άλιντα – Κριθώνι» του Δήμου Λέρου, ο καθορισμός της οριογραμμής είχε γίνει με την υπ’ αριθμόν απόφαση του γενικού γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου στις 15 Νοεμβρίου 2006, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ’ 1112/29.12.2006.
Το γεγονός ότι είχε υποβληθεί από τον Δήμο Λέρου αίτημα μερικού επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας και ότι η σχετική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη τον Σεπτέμβριο του 2019, δεν αίρει, σύμφωνα με το Δικαστήριο, τη νομιμότητα της επιβολής του προστίμου, εφόσον δεν προέκυπτε ότι η αρχική πράξη καθορισμού είχε για οποιονδήποτε λόγο παύσει να ισχύει κατά τον χρόνο της τελευταίας αυτοψίας στις 5 Αυγούστου 2019.
Η απορριπτική κρίση για το καθεστώς διατηρητέου
Ιδιαίτερη σημασία έχει η απόρριψη του ισχυρισμού ότι η υπ’ αριθμόν 4040/5.6.1989 απόφαση του υπουργού Αιγαίου, η οποία χαρακτήρισε διατηρητέα την κύρια όψη του «Πατριαρχείου» και καθόρισε ειδικούς όρους και περιορισμούς δόμησης κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της απαιτούμενης ειδικής άδειας για έργα εντός του αιγιαλού. Το Δικαστήριο ήταν σαφές, διατυπώνοντας ότι η χορήγηση άδειας εκτέλεσης έργου απαιτείται σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του σκοπού για τον οποίο κατασκευάζεται. Έργο που εκτελείται εντός αιγιαλού ή ζώνης παραλίας χαρακτηρίζεται αυθαίρετο είτε όταν κατασκευάζεται χωρίς προηγούμενη άδεια των αρμόδιων αρχών κατά τη νομοθεσία περί αιγιαλού, είτε όταν κατασκευάζεται χωρίς οικοδομική άδεια, εφόσον η έκδοσή της είναι επιβεβλημένη από την πολεοδομική νομοθεσία.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ο χαρακτηρισμός του κτηρίου ως διατηρητέου και η επίκληση στατικών ή λειτουργικών αναγκών δεν αρκούν για να θεραπεύσουν την έλλειψη της απαιτούμενης άδειας για επεμβάσεις στον αιγιαλό.
Η υπ’ αριθμόν άδεια του 1990 του Πολεοδομικού Γραφείου Καλύμνου αφορούσε, όπως επισήμανε το Δικαστήριο, σε αντικατάσταση στέγης και προσθήκη διώροφου τμήματος με υπόγειο, και όχι στις επίμαχες κατασκευές εντός του αιγιαλού.
Ο χρόνος τέλεσης των παραβάσεων και η παραγραφή
Κομβικό ρόλο στην κρίση του Δικαστηρίου έπαιξε ο προσδιορισμός του χρόνου ανέγερσης των κατασκευών. Με βάση το φωτογραφικό υλικό των ετών 1993, 1995, 1998, 2014 και 2016 που προσκόμισε η ίδια η Μητρόπολη, σε συνδυασμό με τις διαδοχικές εκθέσεις αυτοψίας και την άδεια του 1990 που ίσχυσε μέχρι τις 19 Νοεμβρίου 1998, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίμαχες κατασκευές επί του αιγιαλού πραγματοποιήθηκαν τμηματικά σε χρόνο μεταγενέστερο του 1998, διαπιστώθηκαν για πρώτη φορά το 2015, κατά την αυτοψία της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου Α’, και εξακολουθούσαν να υφίστανται στις 5 Αυγούστου 2019. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα εικοσαετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει το πρόστιμο, ούτε υπέρβασης του εύλογου χρόνου από τη διαπίστωση των αυθαίρετων κατασκευών μέχρι την έκδοση της σχετικής απόφασης.
Η στοιχειοθέτηση της παράβασης και ο υπολογισμός του προστίμου
Το ύψος του προστίμου των 18.700 ευρώ υπολογίστηκε βάσει της διάταξης της παραγράφου 23 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994 και της υπ’ αριθμόν 2131.24/47431/18/25.6.2018 απόφασης του υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, η οποία καθορίζει τους συντελεστές βαρύτητας. Σύμφωνα με τον τύπο υπολογισμού, το πρόστιμο ισούται με το κατώτατο ποσό των 1.467,35 ευρώ, προσαυξημένο με το γινόμενο των εμβαδών των παράνομων επεμβάσεων επί τους αντίστοιχους συντελεστές βαρύτητας επί 10.
Οι επεμβάσεις κατηγοριοποιήθηκαν σε δύο ομάδες. Στην πρώτη εντάχθηκαν κατασκευές που χαρακτηρίζονται ως επισκευές υφιστάμενων έργων και επιφέρουν μικρού μεγέθους αλλοίωση του εδάφους. Στη δεύτερη ομάδα κατατάχθηκαν οι κατασκευές μόνιμης φύσεως από σκυρόδεμα που συνιστούν δύσκολα αναστρέψιμες επεμβάσεις.
Το αίτημα μείωσης του προστίμου
Η Μητρόπολη ζήτησε εναλλακτικά τον περιορισμό του προστίμου στο ποσό των 1.000 ευρώ, επικαλούμενη την ιστορική σημασία του Πατριαρχείου που υφίσταται από τα τέλη του 19ου αιώνα, το γεγονός ότι οι επεμβάσεις εντάσσονταν στο πλαίσιο της υπουργικής απόφασης του 1989 και συνάδουν με τη γενική φυσιογνωμία του συγκροτήματος, καθώς και την αμιγώς πνευματική και πολιτιστική χρήση των κατασκευών. Ωστόσο, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι το εκκαλούν με την προσφυγή του δεν αμφισβήτησε την υπαγωγή των κατασκευών στις δύο κατηγορίες της υπουργικής απόφασης, ήτοι σε αυτές που επιφέρουν μικρού μεγέθους αλλοίωση και σε αυτές που συνιστούν δύσκολα αναστρέψιμες επεμβάσεις.
Ένα μήνυμα με ευρύτερη σημασία
Η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά αναδεικνύει ότι το καθεστώς προστασίας του αιγιαλού εφαρμόζεται οριζόντια, χωρίς εξαιρέσεις για φορείς που επικαλούνται ιστορικούς, θρησκευτικούς, πολιτιστικούς ή λειτουργικούς λόγους. Η παρατεταμένη παραμονή αυθαίρετων κατασκευών, ο χαρακτηρισμός ενός κτηρίου ως διατηρητέου, η ύπαρξη παλαιάς οικοδομικής άδειας για άλλες εργασίες ή ακόμη και η χρηματοδότηση αναπαλαίωσης μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων δεν αναιρούν την υποχρέωση έκδοσης ειδικής άδειας για κάθε έργο εντός του αιγιαλού.
Ο συμβολισμός της υπόθεσης είναι προφανής. Τη στιγμή που η δημόσια συζήτηση για την προστασία των ακτών εστιάζει στα αυθαίρετα «μπιτσόμπαρα» και τις εμπορικές εκμεταλλεύσεις, η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση επιβεβαιώνει πως ο έλεγχος της διοίκησης, όταν ενεργοποιείται, αφορά στο σύνολο των αυθαίρετων παρεμβάσεων, ακόμη και όταν αυτές εντοπίζονται σε χώρους με έντονο ιστορικό και θρησκευτικό αποτύπωμα, όπως το συγκρότημα του «Πατριαρχείου» στα Άλιντα της Λέρου.














