• Τρεις αντίθετες εφέσεις από οδηγό, ασφαλιστική εταιρεία και οικογένεια θύματος απορρίφθηκαν ομοίως ως αβάσιμες
Ένα τροχαίο ατύχημα που στοίχισε τη ζωή στη Μάρθα Τσικούρη, 64 χρόνων, έφτασε μέχρι το Εφετείο Δωδεκανήσου, το οποίο, με την υπ’ αριθμ. 79/2026 απόφασή του, επικύρωσε ουσιαστικά τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου για τον επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ οδηγού και πεζής.
Η υπόθεση, που εξετάστηκε κατά τη δικάσιμο της 5ης Δεκεμβρίου 2025, συνένωσε 3 αντίθετες εφέσεις, οι οποίες τελικά απορρίφθηκαν.
Η νύχτα στην Εθνική Ρόδου-Λίνδου
Ήταν 18 Νοεμβρίου 2022, γύρω στις 19:20, όταν η Μάρθα Τσικούρη και η συνοδός της βρέθηκαν στην Εθνική Οδό Ρόδου-Λίνδου, στο ύψος του 6ου χιλιομέτρου, με πρόθεση να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα. Ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης, με 2 λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας και συνολικό πλάτος 7,5 μέτρων, χωρισμένα από διαχωριστική νησίδα. Το όριο ταχύτητας στο σημείο ήταν 60 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, οι 2 γυναίκες ανέμεναν περί τα 20 δευτερόλεπτα, ελέγχοντας οπτικά την κυκλοφορία, και στη συνέχεια ξεκίνησαν να διασχίσουν το οδόστρωμα σε σημείο χωρίς διάβαση πεζών.
Παρά το γεγονός ότι ο δρόμος ήταν φωτισμένος από φανοστάτες, τα οχήματα κινούνταν με αναμμένα φώτα πορείας και η ορατότητα ξεπερνούσε τα 100 μέτρα, ο ημεδαπός οδηγός που κινούνταν με κατεύθυνση προς Ρόδο με ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας Fiat Coupe δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την παρουσία των πεζών.
Επικίνδυνος ελιγμός λίγα δευτερόλεπτα πριν
Κομβικό σημείο της υπόθεσης αποτελεί η οδηγική συμπεριφορά λίγο πριν από την παράσυρση. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο οδηγός κινούνταν με ταχύτητα περί τα 83,7 χιλιόμετρα ανά ώρα, δηλαδή σαφώς υπερβαίνοντας το επιτρεπτό όριο, ενώ λίγο νωρίτερα είχε πραγματοποιήσει απότομο ελιγμό προσπέρασης κατεβαίνοντας πρώτα στη δεξιά και έπειτα στην αριστερή λωρίδα. Το γεγονός αυτό κατατέθηκε από αυτόπτη μάρτυρα, ο ίδιος οδηγός που κινούνταν στην αριστερή λωρίδα με ταχύτητα περί τα 90 χιλιόμετρα ανά ώρα και παρακολούθησε τη σύγκρουση να εκτυλίσσεται μπροστά του.
Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της προσπέρασης, ο οδηγός αντιλήφθηκε την κίνηση των πεζών 3 δευτερόλεπτα μετά την έναρξή της και προέβη σε πέδηση, αφήνοντας ίχνη 17,5 μέτρων περίπου. Παρά την έντονη τροχοπέδηση, η ταχύτητα του οχήματος κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης ήταν ακόμη περίπου 45 χιλιόμετρα ανά ώρα, πάντα κατά τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων.
Η Μάρθα Τσικούρη, η οποία προπορευόταν και βρισκόταν σε απόσταση μόλις 1,5 μέτρου από τη διαχωριστική νησίδα, παρασύρθηκε και υπέστη θανάσιμες κακώσεις, χάνοντας τη ζωή της πριν ακόμη διακομιστεί στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου. Η συνοδός της υπέστη σοβαρό τραυματισμό.
Συνυπαιτιότητα 60-40 και η νομική αντιπαράθεση
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την υπ’ αριθμ. 244/2024 απόφασή του, είχε κρίνει ότι ο οδηγός φέρει υπαιτιότητα σε ποσοστό 60% και η θανούσα σε ποσοστό 40%, αφού εκτίμησε ότι αυτή επιχείρησε τη διάσχιση εκτός διάβασης πεζών, χωρίς να βεβαιωθεί επαρκώς για την ασφάλεια της κίνησής της, παραβιάζοντας το άρθρο 38 παρ. 4 του ΚΟΚ. Διάβαση πεζών υπήρχε σε απόσταση μόλις 94 μέτρων από το σημείο του δυστυχήματος.
Η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με 3 εφέσεις. Οι συγγενείς της θανούσας, ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένα αποδόθηκε συνυπαιτιότητα στη θανούσα, ζητούσαν να τους επιδικαστεί το σύνολο των αιτηθέντων ποσών. Η ασφαλιστική εταιρία ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ, που είχε ασφαλίσει το όχημα του οδηγού, ζητούσε είτε πλήρη απόρριψη της αγωγής είτε μεταρρύθμιση της απόφασης.
Ο ίδιος ο οδηγός με χωριστή έφεση επεδίωκε επίσης την απόρριψη της αγωγής ή τη μείωση των ποσών που του αναλογούν.
Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου απέρριψε και τις 3 εφέσεις ως ουσιαστικά αβάσιμες, επικυρώνοντας τον υπολογισμό της συνυπαιτιότητας και τα επιδικασθέντα ποσά.
Τα ποσά χρηματικής ικανοποίησης
Η αγωγή είχε στραφεί κατά του οδηγού και της ασφαλιστικής εταιρίας, με τους ενάγοντες να αιτούνται 120.000 ευρώ για τον σύζυγο, 100.000 ευρώ για κάθε ένα από τα τέκνα, 40.000 ευρώ για τους πεθερούς, 30.000 ευρώ για τα εγγόνια και 60.000 ευρώ για τα αδέλφια, πλέον 1.227,60 ευρώ για έξοδα κηδείας.
Το πρωτόδικο δικαστήριο, εφαρμόζοντας τη μείωση του 40% λόγω συνυπαιτιότητας, επιδίκασε 30.000 ευρώ στον σύζυγο, 20.000 ευρώ σε κάθε ένα από τα 5 τέκνα, 1.000 ευρώ σε κάθε έναν από τους γαμπρούς και τη νύφη, 2.000 ευρώ σε κάθε εγγόνι και 3.000 ευρώ σε κάθε ένα από τα 4 αδέλφια. Για τον 5ο ενάγοντα, τέκνο της θανούσας, επιδικάστηκε επιπλέον ποσό 736,55 ευρώ που αντιστοιχεί στο 60% των εξόδων κηδείας ύψους 1.227,60 ευρώ.
Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι τα ποσά αυτά ήταν εύλογα, λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό πταίσματος των μερών, την εγγύτητα συγγένειας, τον βαθμό του συναισθηματικού δεσμού και την ηλικία τόσο της θανούσας όσο και των εναγόντων.
Στην υπόθεση τον 5ο εναγόμενο, οδηγό του οχήματος και την ασφαλιστική εταιρία εκπροσώπησαν οι κ.κ. Δήμος Μουτάφης και Νικόλαος Σκορδίλης. Τους ενάγοντες σε όλους τους βαθμούς εκπροσώπησε ο κ. Ευάγγελος Γολέγου.















