Η υπόθεση της κυκλοφοριακής ρύθμισης στον άξονα πρόσβασης προς ξενοδοχειακή μονάδα στους Πεύκους Λίνδου επανέρχεται στην ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 28 Απριλίου 2026, αυτή τη φορά σε επίπεδο ουσιαστικής κρίσης. Με δεδομένο ότι η αίτηση αναστολής δεν ευδοκίμησε, το Δικαστήριο καλείται πλέον να εξετάσει την αίτηση ακύρωσης, δηλαδή το βασικό ένδικο βοήθημα που στρέφεται κατά της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Ρόδου για την απαγόρευση διέλευσης οχημάτων άνω των 7,5 τόνων σε ανώνυμη οδό η οποία οδηγεί στην παραλία “Lee” και στην επίμαχη τουριστική εγκατάσταση.
Το αντικείμενο της δικαστικής αντιπαράθεσης αγγίζει, στην πράξη, τη λεπτή ισορροπία μεταξύ των δημοτικών αρμοδιοτήτων στη ρύθμιση της τοπικής κυκλοφορίας, της λειτουργίας επιχειρήσεων σε ζώνες έντονης τουριστικής χρήσης και της τεκμηρίωσης κινδύνων που σχετίζονται με την οδική ασφάλεια.
Η διαδρομή που οδήγησε ξανά στο Ανώτατο Δικαστήριο
Η διαφορά ξεκίνησε από την απόφαση 120/24.4.2025 του Δημοτικού Συμβουλίου Ρόδου, με την οποία αποφασίστηκε η τοποθέτηση ρυθμιστικής πινακίδας τύπου Ρ23 στην είσοδο της οδού πρόσβασης, επιβάλλοντας περιορισμό διέλευσης για οχήματα άνω των 7,5 τόνων. Η απόφαση, όπως αποτυπώθηκε στα σχετικά στοιχεία, ερείδεται σε τεχνική έκθεση, γνωμοδοτήσεις και αιτήματα επαγγελματιών οδηγών τουριστικών λεωφορείων, οι οποίοι φέρονται να είχαν αναδείξει προβληματισμούς για τη διέλευση βαρέων οχημάτων από στενό οδόστρωμα, σε διαδρομή με αυξημένη κυκλοφορία κατά τους θερινούς μήνες και χωρίς υποδομές όπως πεζοδρόμια.
Από την άλλη πλευρά, η εταιρεία «Μ. Σ. ΠΑΛΛΑΣ Α.Ε.» προσέφυγε κατά της δημοτικής απόφασης, ζητώντας αρχικά αναστολή εκτέλεσης και προβάλλοντας ισχυρισμούς για σημαντική οικονομική ζημία, απώλεια συμβολαίων, κίνδυνο απολύσεων και επιπτώσεις στη φήμη της στο εξωτερικό. Στα επιχειρήματα που κατατέθηκαν, περιλαμβάνονταν επίσης αναφορές σε πρακτικές δυσκολίες εξυπηρέτησης πελατών και λειτουργικών αναγκών, με την εταιρεία να περιγράφει συνθήκες πρόσβασης που, κατά τους ισχυρισμούς της, θα επιβάρυναν επισκέπτες και προσωπικό.
Παράλληλα, στο χρονικό της υπόθεσης καταγράφηκε και προσωρινή δικαστική παρέμβαση σε επίπεδο άμεσης προστασίας, μέσω προσωρινής διαταγής που φέρει την υπογραφή της Προέδρου του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κ. Σπυριδούλας Χρυσικοπούλου, με την οποία είχε διαταχθεί να μην προβεί ο Δήμος σε υλικές ενέργειες εκτέλεσης της απόφασης μέχρι να κριθεί το αίτημα αναστολής από το αρμόδιο όργανο. Η προσωρινή αυτή παρέμβαση εντάσσεται στη συνήθη δικονομική πρακτική, όπου πριν από την κρίση επί της αναστολής μπορεί να ληφθεί προσωρινό μέτρο για να αποτραπεί μη αναστρέψιμη κατάσταση.
Η συνέχεια δόθηκε με την απόφαση 112/2025 του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ’ Τμήμα, Επιτροπή Αναστολών, η οποία απέρριψε την προσφυγή της εταιρείας ως προς την αναστολή της δημοτικής απόφασης. Το σκεπτικό που αποτυπώθηκε κινήθηκε σε τρεις βασικούς άξονες, όπως παρουσιάστηκαν στα στοιχεία της υπόθεσης.
Πρώτον, ως προς τη ζημία, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται ανεπανόρθωτη βλάβη με την έννοια που απαιτείται για να χορηγηθεί αναστολή. Στο πλαίσιο αυτό επισημάνθηκε ότι υπήρχε ήδη άδεια εισόδου και εξόδου για οχήματα έως 7,5 τόνων, η οποία δεν καταργείται από τη δημοτική ρύθμιση. Οι πρόσθετοι ισχυρισμοί περί οικονομικού κλονισμού και απώλειας πελατών δεν θεωρήθηκαν επαρκώς τεκμηριωμένοι με βάση τα προσκομισθέντα στοιχεία, όπως τιμολόγια, πίνακες πληρότητας και επιστολές συνεργατών.
Δεύτερον, το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην παράμετρο της δημόσιας ασφάλειας. Σύμφωνα με την τεκμηρίωση που επικαλέστηκε η δημοτική πλευρά, η στενότητα του οδοστρώματος, η απουσία πεζοδρομίων και η αυξημένη εποχική κίνηση στην περιοχή, σε συνδυασμό με την παρουσία τουριστικών καταστημάτων και διαμονών κατά μήκος της διαδρομής, συγκροτούν λόγους που καθιστούν αναγκαία τη ρύθμιση της κυκλοφορίας για την αποτροπή κινδύνων.
Τρίτον, ως προς την πρόσβαση, επισημάνθηκε ότι η ρύθμιση δεν αποκλείει πλήρως τη δυνατότητα προσέγγισης της μονάδας, καθώς το όριο των 7,5 τόνων αφήνει περιθώριο λειτουργίας με μικρότερα οχήματα, χωρίς να προκύπτει ότι η επιχείρηση καθίσταται μη προσβάσιμη.
Το πεδίο της αντιπαράθεσης για την αρμοδιότητα και τη διαδικασία της ρύθμισης
Στο υπόβαθρο της υπόθεσης βρίσκεται και το ζήτημα του κανονιστικού χαρακτήρα της κυκλοφοριακής ρύθμισης και των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη νόμιμη επιβολή της. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι το ΣτΕ υπενθύμισε πως οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις αντιμετωπίζονται ως κανονιστικές πράξεις, οι οποίες κατά κανόνα δεν αναστέλλονται, εκτός αν αποδειχθεί άμεση και μη αναστρέψιμη ζημία.
Παράλληλα, αναδείχθηκε η διάσταση που αφορά στο θεσμικό πλαίσιο για τη σήμανση και την ανάγκη τεχνικής μελέτης, καθώς και ο ρόλος ελέγχου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης όταν πρόκειται για χαρακτηρισμένο δημοτικό δίκτυο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται, τέθηκε ζήτημα ότι πρόκειται για οδό μη χαρακτηρισμένη, με αποτέλεσμα η Διοίκηση να δηλώσει αναρμόδια, γεγονός που αξιοποιείται από την πλευρά της εταιρείας ως κεντρικό σημείο αμφισβήτησης της διαδικασίας και της αρμοδιότητας του Δήμου να επιβάλει τον συγκεκριμένο περιορισμό.
Από την πλευρά των επαγγελματιών οδηγών τουριστικών λεωφορείων, στο δημόσιο πεδίο έχει καταγραφεί ότι το σωματείο οδηγών τουριστικών λεωφορείων Ρόδου «Ο Κολοσσός» είχε ζητήσει την παρέμβαση, προβάλλοντας προβληματισμούς για τις συνθήκες διέλευσης. Η αναφορά αυτή συνδέεται άμεσα με τον πυρήνα της διαμάχης, καθώς το ζήτημα δεν αφορά μόνο στο αν ένα λεωφορείο μπορεί να περάσει, αλλά και στο αν η διέλευση βαρέων οχημάτων σε στενό δρόμο εν μέσω αυξημένης κίνησης δημιουργεί κινδύνους που πρέπει να προληφθούν με ρυθμιστικά μέτρα.













