• Απόφαση αναστέλλει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και νέες κινήσεις πίεσης από πιστωτές, ενώ ξεκινούν διαπραγματεύσεις με συναίνεση 20,4% των απαιτήσεων
Απόφαση ασφαλιστικών μέτρων που εκδόθηκε στη Ρόδο φέρνει στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο η διαδικασία εξυγίανσης μπορεί να λειτουργήσει ως «ανάσα χρόνου» για μια επιχείρηση που παραμένει ενεργή αλλά πιέζεται από συσσωρευμένες οφειλές και ενέργειες αναγκαστικής είσπραξης.
Στο επίκεντρο βρέθηκε ημεδαπή βιοτεχνική εταιρία του κλάδου ζωοτροφών και οι μέτοχοι που εμφανίζονται ως εγγυητές των δανειακών της υποχρεώσεων, σε μια συγκυρία όπου οι διαπραγματεύσεις για συμφωνία εξυγίανσης προχωρούν και το δικαστήριο κλήθηκε να κρίνει αν πρέπει να «παγώσουν» οι ατομικές διώξεις ώστε να μη ναυαγήσει η προσπάθεια.
Το δικαστήριο χειρίστηκε ταυτόχρονα 2 κρίσιμα ζητήματα, αφενός τη δικονομική πληρότητα της κλήτευσης μετά την αναβολή και αφετέρου την ουσία, δηλαδή αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος που να δικαιολογεί «πάγωμα» διώξεων πριν ακόμη κατατεθεί αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης.
Στην ουσία της υπόθεσης, το δικαστήριο σκιαγράφησε μια επιχείρηση που δραστηριοποιείται στη μεταποίηση, παραγωγή και εμπορία ζωοτροφών, με λειτουργική δραστηριότητα και προσωπικό 8 εργαζομένων.
Παρά τη συνέχιση της λειτουργίας, καταγράφεται συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών, υπό το βάρος ευρύτερων οικονομικών συνθηκών που επηρέασαν την αγορά τα προηγούμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αξιολογήθηκαν, στο τέλος Αυγούστου 2025 το συνολικό ύψος οφειλών εμφανίζεται στο ποσό των 2.642.691,00 ευρώ. Από αυτά, 847.411,00 ευρώ αφορούν τραπεζικά δάνεια, με τους μετόχους να εμφανίζονται ως εγγυητές και να ενέχονται εις ολόκληρον. Στο μεταξύ, είχαν ήδη επιβληθεί συντηρητικές κατασχέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας από 2 εμπορικές εταιρίες του ίδιου κλάδου, με βάση 2 διαταγές πληρωμής ποσών κεφαλαίου 49.500 ευρώ και 60.000 ευρώ αντίστοιχα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η υπόθεση αποκτά χαρακτηριστικά «αγώνα δρόμου» πριν από κλιμάκωση εκτελέσεων, καθώς η επιβολή νέων μέτρων θα μπορούσε να επηρεάσει τη ρευστότητα και να πλήξει τη δυνατότητα συνέχισης της δραστηριότητας, άρα και την προοπτική συλλογικής λύσης μέσω εξυγίανσης.
Το αίτημα στηρίχθηκε στο πλαίσιο του ν. 4738/2020, που προβλέπει δυνατότητα λήψης προληπτικών μέτρων πριν από την κατάθεση αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης, υπό προϋποθέσεις και για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Καθοριστικό στοιχείο στην υπόθεση ήταν η επίκληση ότι υφίσταται συναίνεση πιστωτών που εκπροσωπούν ποσοστό 20,4% επί του συνόλου των απαιτήσεων, μέσω 2 βασικών πιστωτών με απαιτήσεις 176.250,02 ευρώ και 364.060 ευρώ αντίστοιχα.
Οι αιτούντες ζήτησαν, μεταξύ άλλων, αναστολή μέτρων ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης και αναστολή ή απαγόρευση νέων ασφαλιστικών μέτρων, έκδοσης διαταγών πληρωμής, μέτρων διοικητικής εκτέλεσης ή δέσμευσης λογαριασμών και συμψηφισμών. Παράλληλα, τέθηκε και αίτημα για άρση ήδη επιβληθεισών κατασχέσεων εις χείρας τρίτων, το οποίο όμως δεν κρίθηκε ότι εντάσσεται στα προβλεπόμενα προληπτικά μέτρα του συγκεκριμένου άρθρου και απορρίφθηκε ως μη νόμιμο στο συγκεκριμένο πλαίσιο.
Το Ελληνικό Δημόσιο παρενέβη προβάλλοντας ότι είναι πιστωτής της εταιρίας με ληξιπρόθεσμη απαίτηση 37.978,00 ευρώ και ότι δεν συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος, ιδίως ως προς την επέκταση προστασίας στους μετόχους και εγγυητές.
Η παρέμβαση έγινε δεκτή μόνο στο σκέλος που αφορούσε στο αίτημα για άρση κατασχέσεων, αφού το συγκεκριμένο αίτημα απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, ενώ κατά τα λοιπά το δικαστήριο δεν υιοθέτησε την ουσιαστική ένσταση περί έλλειψης κινδύνου.
Από την εκτίμηση των εγγράφων και των ισχυρισμών, πιθανολογήθηκε ότι οι διαπραγματεύσεις για συμφωνία εξυγίανσης βρίσκονται σε εξέλιξη και ότι η λήψη προληπτικών μέτρων είναι αναγκαία ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο να ακυρωθεί η προσπάθεια από μεμονωμένες ατομικές διώξεις. Η απόφαση αποτυπώνει τη λογική ότι η κλιμάκωση μέτρων εκτέλεσης μπορεί να οδηγήσει πρόωρα σε πλήρη αδυναμία αποπληρωμής, με αποτέλεσμα να πληγούν τελικά και οι ίδιοι οι πιστωτές ως προς την είσπραξη.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην επέκταση των μέτρων στους μετόχους που εμφανίζονται ως εγγυητές, με το σκεπτικό ότι ενέργειες εκτέλεσης και σε βάρος τους μπορεί να ανατρέψουν συνολικά το περιβάλλον διαπραγμάτευσης και να δυσχεράνουν την κατάρτιση συμφωνίας για την εταιρία.
Το δικαστήριο διέταξε 2 βασικές κατηγορίες προληπτικών μέτρων.
Πρώτον, αναστολή όλων των μέτρων ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των αιτούντων, επί κινητής ή ακίνητης περιουσίας τους, είτε στα χέρια τους είτε στα χέρια τρίτων.
Δεύτερον, αναστολή ή απαγόρευση λήψης ασφαλιστικών μέτρων διασφάλισης απαιτήσεων σε βάρος τους, έκδοσης διαταγών πληρωμής, εγγραφής προσημειώσεων υποθήκης και ενεχύρου, μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Ελληνικό Δημόσιο και φορείς κοινωνικής ασφάλισης, δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών ή συμψηφισμού με υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών.
Το χρονικό όριο ορίστηκε ρητά. Τα μέτρα ισχύουν έως την κατάθεση αίτησης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης της εταιρίας και σε κάθε περίπτωση έως τις 2 Απριλίου 2026, καθώς είχε προηγηθεί προσωρινή διαταγή στις 2 Δεκεμβρίου 2025 και η σχετική νομοθεσία προβλέπει ανώτατο τετράμηνο χωρίς δυνατότητα παράτασης στο συγκεκριμένο στάδιο. Διατάχθηκε επίσης η δημοσίευση της απόφασης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.
Την υπόθεση χειρίστηκε η δικηγόρος κ. Βασιλική Δεστούνη.














