• Η διαδικασία δεν προχώρησε στην ουσία λόγω κωλύματος του δικηγόρου Θρασύβουλου Κονταξή, ενώ ένσταση για ιδιάζουσα δωσιδικία θα τεθεί όταν ξεκινήσει η δίκη
Η υπόθεση που αναδεικνύει με τον πιο αιχμηρό τρόπο τα όρια ανάμεσα στη διοικητική υποχρέωση και στην πολιτική διαχείριση, με φόντο τη λειτουργία μπιτσόμπαρων και την εφαρμογή αποφάσεων ανάκλησης αδειών και σφραγίσεων στη Ρόδο, δεν μπήκε ακόμη στην ουσία της. Στην αίθουσα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, η πρώτη διαδικαστική κίνηση κατέληξε χθες σε αναβολή, όχι λόγω συζήτησης περί αρμοδιότητας, αλλά λόγω κωλύματος συνηγόρου υπεράσπισης.
Η υπόθεση αναβλήθηκε για την 24η Ιουνίου 2026, καθώς ο δικηγόρος κ. Θρασύβουλος Κονταξής δεν μπόρεσε να παραστεί λόγω κωλύματος. Παρόντες στη διαδικασία ήταν οι δικηγόροι κ.κ. Άκης Δημητριάδης και Κώστας Χαλκιάς.
Οι κατηγορίες και το πλαίσιο της παράβασης καθήκοντος
Η δικογραφία αφορά 11 κατηγορούμενους, αιρετούς και στελέχη του Δήμου Ρόδου, με κατηγορία για παράβαση καθήκοντος δια παραλείψεως και κατ’ εξακολούθηση. Το κατηγορητήριο, όπως περιγράφεται, εστιάζει σε πράξεις και κυρίως παραλείψεις που συνδέονται με την μη έγκαιρη ανάκληση αδειών λειτουργίας και την μη έγκαιρη σφράγιση καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρά τις διαπιστωμένες πολεοδομικές παραβάσεις.
Η υπόθεση έχει τη δική της ιδιαιτερότητα, επειδή τα επίδικα δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ένα σύνολο από υπηρεσιακές αναφορές, αυτοψίες και έγγραφα που εκτείνονται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Σύμφωνα με το κλητήριο θέσπισμα, οι κατηγορούμενοι φέρονται να είχαν την υποχρέωση να ενεργήσουν εντός συγκεκριμένων προθεσμιών, με κεντρικό χρονικό κανόνα την προθεσμία των 20 ημερών για την απόφαση ανάκλησης άδειας λειτουργίας και συνακόλουθα σφράγισης, όταν υπάρχουν βεβαιωμένες πολεοδομικές παραβάσεις.
Η κατηγορία στηρίζεται στη θέση ότι η παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας είχε ως αποτέλεσμα τη συνέχιση της λειτουργίας των καταστημάτων, με την εισαγγελική αποτίμηση να αποδίδει σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους σε τρίτους και βλάβη του κράτους.
Αυτή ακριβώς η στόχευση είναι που καθιστά την υπόθεση πολιτικά και κοινωνικά φορτισμένη στη Ρόδο, καθώς αγγίζει την καθημερινότητα του τουρισμού, τη διαχείριση του δημόσιου χώρου και τη λειτουργία επιχειρήσεων υψηλής επισκεψιμότητας.
Η υπόθεση συνδέεται με συγκεκριμένα καταστήματα, τα οποία κατονομάζονται στη δικογραφία και για τα οποία περιγράφονται, κατά περίπτωση, υπηρεσιακές διαπιστώσεις και έγγραφα. Πρόκειται για 10 καταστήματα και για κάθε ένα το κλητήριο θέσπισμα καταγράφει συγκεκριμένες αναφορές, αυτοψίες, έγγραφα κοινοποίησης προς τον Δήμο Ρόδου και, σε ορισμένα σημεία, αναλυτικές περιγραφές των κατασκευών που κρίθηκαν αυθαίρετες ή παράνομες.
Ο κοινός παρονομαστής, σύμφωνα με την κατηγορία, είναι ότι ενώ οι διαπιστώσεις είχαν γίνει, οι διοικητικές αποφάσεις δεν εκδόθηκαν εντός των προθεσμιών που προέβλεπε το πλαίσιο.
Κατηγορούμενοι είναι ειδικότερα οι κκ Στέφανος Δράκος του Ιωάννη, Τσαμπίκα Κιαχαγιά του Συμεών, Νικόλαος Καραμαρίτης του Ιωάννη, Βασίλειος Παπαοικονόμου του Μιχαήλ, Μιχαήλ Σεΐτης του Κωνσταντίνου, Αθανάσιος Στάμος του Πέτρου, Alexandre Basile Coliadis (Αλέξανδρος Κολιάδης) του Αναστασίου, Ιωάννης Αφεντούλης του Σταύρου, Εμμανουήλ Καζούλλης του Αντωνίου, Μιχαήλ Σταυρής του Σταύρου, Δημήτριος Ιωσήφ του Στυλιανού.
Η παραπομπή τους συνδέεται, σύμφωνα με το κλητήριο θέσπισμα, με την ιδιότητα του υπαλλήλου υπό την έννοια του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα και με τις υποχρεώσεις που αποδίδονται στην Επιτροπή Ποιότητας Ζωής του Δήμου Ρόδου ως αρμόδιο όργανο για τη λήψη αποφάσεων ανάκλησης αδειών και σφραγίσεων.
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο στον νομικό χαρακτηρισμό μιας παράλειψης. Είναι ένα πολιτικό και διοικητικό τεστ για το πώς λειτουργεί ένας μεγάλος νησιωτικός δήμος υπό διαρκή τουριστική πίεση, πώς απαντά σε διαπιστώσεις πολεοδομικών παραβάσεων, πώς ελέγχει τη χρήση δημόσιων και κοινόχρηστων χώρων και πώς ισορροπεί ανάμεσα στην οικονομική δραστηριότητα και στην επιβολή των κανόνων.















