• Η υπόθεση ανέδειξε το ρίσκο της αυτοματοποιημένης διαδικασίας και την αυστηρότητα της προθεσμίας εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων που κρίθηκε καθοριστική
Η εικόνα μοιάζει σχεδόν παράδοξη, ένα ακίνητο με τιμή πρώτης προσφοράς 21.000 ευρώ, μια σειρά μικρών βημάτων πλειοδοσίας, και ξαφνικά μια τελική προσφορά που εμφανίζεται ως 412.500 ευρώ, όχι επειδή άλλαξαν τα δεδομένα της αγοράς αλλά επειδή παρεισέφρησε ένα επιπλέον ψηφίο στο πληκτρολόγιο, μέσα σε δευτερόλεπτα.
Η δικαστική κρίση όμως δεν στάθηκε στην οικονομική ασυμμετρία του ποσού ή στην πρακτική δυσκολία διόρθωσης μέσα στην πλατφόρμα, αλλά σε ένα στοιχείο διαδικαστικό που λειτούργησε ως κλειδί.
Η ανακοπή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή δεν αποδείχθηκε και ούτε καν προβλήθηκε ότι έγινε εμπρόθεσμη εγγραφή της στο αρμόδιο βιβλίο διεκδικήσεων, μέσα στην προθεσμία των 30 ημερών από την κατάθεση.
Το χρονικό του πλειστηριασμού και το επίμαχο ποσό
Σύμφωνα με το ιστορικό που τέθηκε στο δικαστήριο, επισπεύστηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος οφειλέτη με βάση διαταγή πληρωμής, ακολούθησε κατάσχεση και ο αγρός που βρίσκεται σε περιοχή της Ρόδου οδηγήθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό ηλεκτρονικό πλειστηριασμό στις 23 Ιουλίου 2025 μέσω της πλατφόρμας eauction. Η τιμή πρώτης προσφοράς είχε οριστεί στα 21.000,00 ευρώ.
Στη διαδικασία συμμετείχε ομόρρυθμη τεχνική εταιρία, η οποία κατέβαλε εγγύηση 6.300 ευρώ στις 17 Ιουλίου 2025, δηλαδή 30% της τιμής πρώτης προσφοράς. Όπως περιγράφηκε, η πλειοδοσία εξελίχθηκε με μικρές αυξήσεις, από 100,00 έως 500,00 ευρώ, με 27 προσφορές από την πλευρά της εταιρίας, σε μια δυναμική που έμοιαζε τυπική για τέτοιου τύπου πλειστηριασμούς.
Στις 12:59:56 η υψηλότερη προσφορά είχε φτάσει τις 42.300 ευρώ. Δύο δευτερόλεπτα αργότερα, στις 12:59:58, η εταιρία επιδίωξε να ανεβάσει την προσφορά κατά 200,00 ευρώ, δηλαδή να πάει στα 42.500 ευρώ, αλλά πληκτρολογήθηκε λάθος ποσό, με ένα επιπλέον ψηφίο μέσα στο 42, και το σύστημα κατέγραψε προσφορά 412.500 ευρώ.
Η εταιρία υποστήριξε ότι αντιλήφθηκε αμέσως το σφάλμα και προσπάθησε να το διορθώσει, όμως η πλατφόρμα δεν επέτρεπε αλλαγή ή ανάκληση της ήδη υποβληθείσας τελικής προσφοράς.
Επικοινώνησε επίσης άμεσα με την αρμόδια υπάλληλο του πλειστηριασμού, η οποία φέρεται να απάντησε ότι δεν μπορεί να παρέμβει στο σύστημα. Το αποτέλεσμα ήταν η κατακύρωση του ακινήτου στην εταιρία με τίμημα 412.500 ευρώ και η σύνταξη της σχετικής έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης στις 23 Ιουλίου 2025.
Η επιχειρηματολογία της ανακόπτουσας και ο φόβος του αναπλειστηριασμού
Η εταιρία κινήθηκε δικαστικά με ανακοπή που κατατέθηκε στις 28 Ιουλίου 2025, προβάλλοντας ειδικό έννομο συμφέρον ως αρχική υπερθεματίστρια. Το κεντρικό επιχείρημα ήταν ότι η κατακύρωση στηρίχθηκε σε προφανές σφάλμα πληκτρολόγησης που οδήγησε σε εξωπραγματικά υψηλό τίμημα, δυσανάλογο με την εμπορική αξία του ακινήτου και ασύμβατο με την πραγματική βούληση της εταιρίας.
Παράλληλα, συνδέθηκε το λάθος με τον κίνδυνο αναπλειστηριασμού. Η εταιρία υποστήριξε ότι εφόσον δεν καταβληθεί το πλειστηρίασμα, το πλαίσιο της πολιτικής δικονομίας προβλέπει αναπλειστηριασμό, και σε περίπτωση που στο νέο αποτέλεσμα δεν επιτευχθεί το ίδιο τίμημα, μπορεί να ενεργοποιηθεί ευθύνη του αρχικού υπερθεματιστή για τη διαφορά, με συνέπειες οικονομικά δυσβάστακτες. Τόνισε επίσης ότι η εγγύηση έχει ήδη καταπέσει, ενισχύοντας τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης βλάβης, αν δεν ακυρωθεί ο αρχικός πλειστηριασμός.
Με απλά λόγια, η εταιρία παρουσίασε την υπόθεση ως παγίδα ενός αυτοματοποιημένου περιβάλλοντος όπου ένα στιγμιαίο σφάλμα μπορεί να παράγει αποτελέσματα δυσανάλογα με κάθε οικονομική λογική, και όπου η τεχνική αδυναμία διόρθωσης μεταφράζεται σε πραγματική υποχρέωση πληρωμής.
Η δικαστική οπτική για το αυτοματοποιημένο σύστημα και τα δικαιώματα αμφισβήτησης
Στο σκεπτικό αναπτύχθηκε αναλυτικά το πλαίσιο των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και η λειτουργία των ΗΛ ΣΥ ΠΛΕΙΣ, όπου η υποδοχή, καταγραφή και αξιολόγηση των προσφορών γίνεται αυτοματοποιημένα, και η κατακύρωση καταλήγει στον μεγαλύτερο πλειοδότη με τρόπο που δεσμεύει τον υπάλληλο του πλειστηριασμού ως προς τη σύνταξη της έκθεσης.
Ιδιαίτερη μνεία έγινε στο ό,τι τέτοιες διαδικασίες, ακριβώς επειδή βασίζονται σε αποκλειστικά αυτοματοποιημένη επεξεργασία που παράγει έννομα αποτελέσματα, συνδέονται με το δικαίωμα αμφισβήτησης και την ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης, όπως αυτό νοείται σε επίπεδο προστασίας δεδομένων και εγγυήσεων έναντι αυτοματοποιημένων αποφάσεων. Στο ίδιο πλαίσιο περιγράφηκε και το φαινόμενο της εσφαλμένης πληκτρολόγησης ως σύνηθες στην πράξη, ειδικά όταν ένα επιπλέον ψηφίο ή η χρήση υποδιαστολής μεταβάλλει πολλαπλασιαστικά το ποσό.
Το δικαστήριο ανέπτυξε επίσης τη λογική ότι ο αρχικός υπερθεματιστής, όταν επίκειται αναπλειστηριασμός λόγω μη καταβολής, μπορεί να βρίσκεται σε θέση που προσομοιάζει οιονεί οφειλέτη ως προς την ευθύνη για διαφορά τιμήματος, άρα μπορεί να έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας για να αποτρέψει τη βλάβη, ιδίως όταν προβάλλεται ότι το σφάλμα σχετίζεται με τον τρόπο υποβολής και επεξεργασίας προσφορών.
Με βάση αυτά, η υπόθεση είχε όλα τα στοιχεία για να μετατραπεί σε πεδίο ουσιαστικής αξιολόγησης του λάθους, της αναλογικότητας, της καλής πίστης και ενδεχομένως της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως συχνά τίθεται όταν ζητείται η επιμονή σε ένα προδήλως αδύνατο για τον υπερθεματιστή τίμημα.
Το σημείο καμπής που έκρινε την υπόθεση, το παραδεκτό
Παρά τη διεξοδική αναφορά στις νομικές παραμέτρους που θα μπορούσαν να αγγίξουν την ουσία, η κρίση δεν προχώρησε εκεί. Το δικαστήριο εστίασε σε μια ειδική διαδικαστική προϋπόθεση που χαρακτηρίστηκε ως δημόσιας τάξης και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Πρόκειται για την εγγραφή της ανακοπής στο αρμόδιο βιβλίο διεκδικήσεων, μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της, όταν η ανακοπή στρέφεται κατά πράξης πλειστηριασμού ακινήτου.
Η ανακοπή κατατέθηκε στις 28 Ιουλίου 2025. Κατά το δικαστήριο, δεν προσκομίστηκε πιστοποιητικό που να αποδεικνύει ότι έγινε καταχώριση περίληψης στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου εντός της νόμιμης προθεσμίας.
Ακόμη πιο κρίσιμο, επισημάνθηκε ότι η εταιρία δεν επικαλέστηκε στις προτάσεις της ότι έλαβε χώρα τέτοια εγγραφή. Έτσι, το δικαστήριο δεν αντιμετώπισε το ζήτημα ως απλή έλλειψη αποδεικτικού εγγράφου που μπορεί να συμπληρωθεί, αλλά ως απουσία επίκλησης του ίδιου του γεγονότος της εγγραφής.
Με αυτό το δεδομένο, η ανακοπή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Δηλαδή δεν εξετάστηκε ως προς το αν το λάθος ποσό ήταν πράγματι προφανής παραδρομή, ούτε ως προς το αν η αδυναμία διόρθωσης της προσφοράς εντός του συστήματος δημιουργεί ζήτημα ουσιαστικής ακυρότητας ή καταχρηστικότητας σε επόμενη επίσπευση αναπλειστηριασμού.
Η διαδικασία σταμάτησε στην είσοδο, στην τήρηση του τύπου.















