Τοπικές Ειδήσεις

Διπλό όχι του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου στις αιτήσεις αναστολής για την καταδίκη ομαδικού βιασμού Νορβηγής

• Απορρίφθηκαν και τα 2 αιτήματα των καταδικασθέντων για πάγωμα της εκτέλεσης της ποινής, ενώ η υπεράσπιση συνεχίζει την αναίρεση

Η υπόθεση που επί χρόνια απασχόλησε τη Ρόδο και ευρύτερα την κοινή γνώμη στα Δωδεκάνησα μπήκε σε ακόμη ένα κρίσιμο σημείο, αυτή τη φορά με σαφή δικαστική κατάληξη. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου απέρριψε χθες και τις δύο αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής που είχαν καταθέσει οι δύο καταδικασθέντες, οι οποίοι έχουν ήδη κριθεί ένοχοι σε δεύτερο βαθμό για ομαδικό βιασμό Νορβηγής τουρίστριας στη Ρόδο. Το δικαστήριο έκρινε ότι, παρά την εκκρεμότητα της αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να διακοπεί η εκτέλεση της ποινής μέχρι την κρίση του ανώτατου δικαστηρίου.
Η απόφαση έρχεται σε μια χρονική συγκυρία όπου η υπεράσπιση έχει ήδη επιλέξει να μεταφέρει τη σύγκρουση στο ανώτατο επίπεδο, προβάλλοντας ισχυρισμούς περί απόλυτης ακυρότητας και υπέρβασης εξουσίας. Στο επίκεντρο της στρατηγικής αυτής βρίσκονται οι δικηγόροι κ.κ. Στέλιος Αλεξανδρής και Αχιλλέας Δασκαλάκης, οι οποίοι, σύμφωνα με το πλαίσιο των ισχυρισμών που έχουν τεθεί, επιχειρούν να χτίσουν ένα δικονομικό και ουσιαστικό αφήγημα που να στηρίζει την αναίρεση και να αμφισβητεί κρίσιμες πλευρές της δευτεροβάθμιας καταδικαστικής απόφασης.
Η απόρριψη και των 2 αιτήσεων και το άμεσο αποτέλεσμα στην εκτέλεση της ποινής
Με την απορριπτική κρίση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου, το βασικό ζητούμενο των 2 αιτούντων, δηλαδή η προσωρινή αναστολή εκτέλεσης της ποινής τους, δεν έγινε δεκτό. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η ποινή κάθειρξης που έχει επιβληθεί σε δεύτερο βαθμό, 6 έτη για τον καθένα, εξακολουθεί να εκτελείται, χωρίς το ενδιάμεσο «πάγωμα» που θα μπορούσε να προκύψει αν το δικαστήριο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις και ειδικοί λόγοι για αναστολή μέχρι την εκδίκαση της αναίρεσης.
Η απόρριψη έχει και μια δεύτερη ανάγνωση. Σε υποθέσεις υψηλής κοινωνικής φόρτισης, η αναστολή δεν λειτουργεί μόνο ως τεχνικό δικονομικό εργαλείο, αλλά και ως δείκτης της στάθμισης που κάνει το δικαστήριο ανάμεσα σε αντικρουόμενες παραμέτρους, όπως είναι ο κίνδυνος φυγής, η πιθανότητα τέλεσης νέων αδικημάτων, η προσωπική και κοινωνική κατάσταση του καταδικασθέντος, αλλά και το βάρος της καταδικαστικής κρίσης για ένα αδίκημα ιδιαίτερης απαξίας. Η απορριπτική κατάληξη δείχνει ότι το δικαστήριο δεν πείστηκε πως η εκτέλεση της ποινής πρέπει να διακοπεί, ακόμη και προσωρινά.
Τα επιχειρήματα που  είχαν τεθεί και το πλαίσιο των περιοριστικών όρων
Στα δικόγραφα των αιτήσεων αναστολής είχε προβληθεί ότι οι 2 καταδικασθέντες διαθέτουν μόνιμη κατοικία και σταθερή εργασιακή βάση, ότι δεν είναι υπότροποι και ότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν υπάρχει κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων. Στο ίδιο πλαίσιο είχε τεθεί και η δυνατότητα επιβολής περιοριστικών όρων, όπως εγγυοδοσία, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, υποχρεωτική εμφάνιση σε αστυνομική αρχή ή ακόμη και κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση, με δαπάνες που υποστήριζαν ότι θα αναλάμβαναν οι ίδιοι.
Ωστόσο, η απορριπτική κρίση δείχνει ότι, είτε τα στοιχεία που τέθηκαν δεν κρίθηκαν επαρκή, είτε η συνολική στάθμιση δεν οδήγησε στη λύση της αναστολής. Η απόφαση αυτή, σε κάθε περίπτωση, μεταφέρει το βάρος της εξέλιξης πλέον καθαρά στον Άρειο Πάγο, όπου η αναίρεση θα κριθεί με εντελώς διαφορετικά κριτήρια, εστιάζοντας όχι στην ουσία της υπόθεσης, αλλά σε ζητήματα νόμιμης διαδικασίας και ορθής εφαρμογής του δικαίου.
Το χρονικό της υπόθεσης και η ετυμηγορία σε 1ο και 2ο βαθμό
Σύμφωνα με το δικονομικό ιστορικό που συνοδεύει την υπόθεση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κηρύξει ενόχους τους 2 ημεδαπούς, αναγνωρίζοντας ελαφρυντικό πρότερου σύννομου βίου και επιβάλλοντας ποινές κάθειρξης 7 ετών, με ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση. Σε δεύτερο βαθμό, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου έκρινε εκ νέου ενόχους τους 2 ημεδαπούς και επέβαλε ποινή κάθειρξης 6 ετών στον καθένα.
Από εκείνο το σημείο, η υπόθεση πέρασε στη φάση της αναίρεσης. Οι 2 καταδικασθέντες άσκησαν αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες, σύμφωνα με όσα έχουν τεθεί, εκκρεμούν ενώπιον του Αρείου Πάγου. Παράλληλα κατατέθηκαν οι αιτήσεις αναστολής, οι οποίες πλέον απορρίφθηκαν, κλείνοντας το ενδεχόμενο μιας προσωρινής διακοπής της εκτέλεσης της ποινής μέχρι να αποφανθεί το ανώτατο δικαστήριο.
Η καταγγελία για τα γεγονότα στη Ρόδο και οι κρίσιμες αναφορές  της δικογραφίας
Σύμφωνα με την καταγγελία, οι 2 ημεδαποί φέρονται να βίασαν από κοινού και διαδοχικά τη Νορβηγή τουρίστρια σε κατοικία στη Ρόδο την 30ή Ιουλίου 2017, με αναφορές σε ιδιαίτερη βία. Η γυναίκα, μητέρα ανήλικου παιδιού, κατέθεσε στο δικαστήριο ότι είχε έρθει για διακοπές στο νησί με φίλες της και ότι πριν από το συμβάν είχε έρθει σε επαφή με ακόμη 2 άτομα με τη συναίνεσή της, χωρίς προφυλάξεις, στοιχείο που περιλαμβάνεται στο αφηγηματικό πλαίσιο της δικογραφίας.
Στην περιγραφή της, η φερόμενη ως παθούσα υποστηρίζει ότι χτυπήθηκε, δέχθηκε εξευτελιστική συμπεριφορά και εξαναγκάστηκε σε κολπικές, στοματικές και πρωκτικές συνουσίες, επανειλημμένα, σε κατοικία στις παρυφές της πόλης της Ρόδου, όπου, όπως ισχυρίζεται, οδηγήθηκε αφού γνώρισε τον έναν από τους 2 ως μέλος μπάντας σε νυχτερινό κέντρο. Κατά την ίδια εκδοχή, η ταυτοποίηση ακολούθησε διαδρομή που ξεκίνησε από φωτογραφίες σε σελίδα νυχτερινού κέντρου στο Facebook και οδήγησε τις νορβηγικές αρχές στην ταυτότητα των 2 καταγγελλόμενων.
Στο ίδιο χρονικό, καταγράφεται ότι στις 4 Αυγούστου 2017 η γυναίκα παρουσιάστηκε στις αστυνομικές αρχές του Όσλο συνοδευόμενη από τη δικηγόρο της και έδωσε κατάθεση με ήχο και εικόνα, ενώ στη συνέχεια υπέβαλε μήνυση. Περιγράφεται επίσης η έξοδος σε γνωστό κέντρο στη Ρόδο, η προσέγγιση από εργαζόμενο, η αποχώρηση τα ξημερώματα με αυτοκίνητο, η μεταφορά σε κατοικία άγνωστης τοποθεσίας και η επιστροφή της στο νυχτερινό κέντρο μετά το περιστατικό, πριν μεταβεί σε ταχυφαγείο και κατόπιν στο ξενοδοχείο της. Η ίδια έχει αναφέρει ότι όταν επιχείρησε να απευθυνθεί σε αστυνομικό τμήμα στη Ρόδο, δεν έτυχε της αντιμετώπισης που θεωρούσε δέουσα.
Η στρατηγική της αναίρεσης και τα επιχειρήματα περί ακυρότητας και υπέρβασης εξουσίας
Στο πεδίο της αναίρεσης, η υπεράσπιση, εμφανίζεται να στηρίζει την προσφυγή της σε 2 βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά στην επίκληση απόλυτης ακυρότητας με αναφορά στην αξιοποίηση ξενόγλωσσων εγγράφων χωρίς επίσημη μετάφραση. Ο δεύτερος αφορά στην επίκληση υπέρβασης εξουσίας, με τη μορφή αρνητικής υπέρβασης, λόγω μη αναγνώρισης ελαφρυντικού που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, είχε τεθεί νόμιμα και τεκμηριωμένα, χωρίς να υπάρξει η απαιτούμενη δικαστική κρίση.
Στον τρόπο που παρουσιάζεται η επιχειρηματολογία, κρίσιμα έγγραφα από νορβηγικές αρχές, όπως καταγγελία και ιατρικό υλικό, φέρονται να αναγνώστηκαν και να αξιοποιήθηκαν χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις επίσημης μετάφρασης. Γίνεται επίσης λόγος για υλικό που, κατά τους ισχυρισμούς, ήταν περιληπτικό και όχι πλήρες.
Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι είχε ζητηθεί είτε να μη γίνει ανάγνωση είτε να δοθεί χρόνος για επίσημη μετάφραση και για προσκόμιση πρωτότυπου φωτογραφικού υλικού.
Το δεύτερο σκέλος, αυτό της υπέρβασης εξουσίας, συνδέεται με τη μεταγενέστερη συμπεριφορά και τη μη εμπλοκή με τις αρχές για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το συμβάν, καθώς και με την τήρηση περιοριστικών όρων, επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για να στηριχθεί η θέση ότι θα έπρεπε να αξιολογηθεί διαφορετικά το ζήτημα ελαφρυντικών. Στον Άρειο Πάγο, τέτοιοι ισχυρισμοί αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα μόνο στο μέτρο που μεταφράζονται σε συγκεκριμένες πλημμέλειες της διαδικασίας ή σε νομικά σφάλματα και όχι σε επανεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου