Η ρευματοκλοπή αποτελεί ένα από τα πλέον φορτισμένα ζητήματα στη σχέση πολίτη και παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας καθώς αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα, την αξιοπιστία των μετρήσεων και το αίσθημα δικαιοσύνης. Μια τέτοια υπόθεση απασχόλησε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και κατέληξε στην απόφαση 4/2026 η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς διαχωρίζει με σαφήνεια την ποινική ευθύνη από την αστική και αναδεικνύει τον ρόλο των τεχνικών ελέγχων και των συμβατικών υποχρεώσεων.
Η υπόθεση αφορούσε γυναίκα ελληνικής εθνικότητας ηλικίας άνω των 40 ετών, η οποία είχε στο παρελθόν επαγγελματική μίσθωση καταστήματος στο όνομά της και αντίστοιχη σύμβαση ηλεκτροδότησης. Κατά τη διάρκεια της μίσθωσης αλλά και μετά τη λήξη της ήρθε αντιμέτωπη με καταλογισμό σημαντικού χρηματικού ποσού λόγω διαπιστωμένης ρευματοκλοπής σε μετρητή που συνδεόταν με το κατάστημα.
Η αρχή της διαμάχης και ο καταλογισμός των 3.665,84 ευρώ
Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου μετά από αυτοψία που πραγματοποιήθηκε στις 24.06.2020 διαπιστώθηκε εκτεταμένη παρέμβαση στη μετρητική διάταξη της παροχής. Από τα τεχνικά ευρήματα προέκυψε αλλοίωση της καταγραφής της κατανάλωσης και εκτίμηση διαφυγούσας ηλεκτρικής ενέργειας ύψους 11.039 kWh. Με βάση τα δεδομένα αυτά ο διαχειριστής του δικτύου προχώρησε σε καταλογισμό ποσού 3.665,84 ευρώ το οποίο περιελάμβανε τόσο την αξία της μη καταγραφείσας ενέργειας όσο και διαχειριστικό κόστος που αποδίδεται σε περιπτώσεις ρευματοκλοπής.
Η ενάγουσα αμφισβήτησε εξαρχής τον καταλογισμό υποστηρίζοντας ότι κατά τη σύνδεση της παροχής ήδη από τον Φεβρουάριο του 2019 είχαν διαπιστωθεί προβλήματα στις σφραγίδες του μετρητή χωρίς αυτά να αποκατασταθούν και ότι η ίδια είχε αποχωρήσει από το μίσθιο πριν από τη διαπίστωση της σοβαρής επέμβασης. Παράλληλα κατήγγειλε ότι η διακοπή ρεύματος δεν έγινε στο κατάστημα αλλά στην κατοικία της, γεγονός που όπως ισχυρίστηκε της προκάλεσε σοβαρή αναστάτωση και ηθική βλάβη.
Η ποινική αθώωση και το όριο της σημασίας της
Ιδιαίτερο βάρος στη συζήτηση είχε το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε αθωωθεί σε ποινικό επίπεδο για το αδίκημα της κλοπής ηλεκτρικής ενέργειας κατ’ εξακολούθηση. Το δικαστήριο ωστόσο ξεκαθάρισε με σαφή τρόπο ότι η ποινική αθώωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως απαλλαγή από κάθε οικονομική υποχρέωση. Όπως επισημάνθηκε άλλο είναι η απόδειξη της τέλεσης αξιόποινης πράξης και άλλο η ύπαρξη ωφέλειας από κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που δεν καταγράφηκε κατά το χρονικό διάστημα που η παροχή βρισκόταν στη χρήση συγκεκριμένου προσώπου.
Με αυτό το σκεπτικό το δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν δεν αποδεικνύεται ποιος προέβη στην επέμβαση στον μετρητή, η υποχρέωση καταβολής της αξίας της ενέργειας που καταναλώθηκε αλλά δεν μετρήθηκε δεν εξαλείφεται αυτοδικαίως.
Η διακοπή ρεύματος σε άλλη παροχή και η κρίση του δικαστηρίου
Ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της υπόθεσης ήταν η διακοπή της ηλεκτροδότησης σε διαφορετικό ακίνητο από εκείνο στο οποίο εντοπίστηκε η ρευματοκλοπή. Η ενάγουσα υποστήριξε ότι η πρακτική αυτή ήταν καταχρηστική και παράνομη. Το δικαστήριο όμως δέχθηκε ότι, υπό συγκεκριμένες συνθήκες και όταν η επίμαχη παροχή έχει αλλάξει χρήστη ή δεν είναι εφικτή η απενεργοποίησή της, ο διαχειριστής δύναται να προχωρήσει σε διακοπή άλλης παροχής του ίδιου συμβαλλόμενου στο πλαίσιο των κανόνων λειτουργίας του δικτύου.
Η κρίση αυτή αναδεικνύει το πώς οι τεχνικοί κανονισμοί και οι συμβατικές σχέσεις υπερισχύουν πολλές φορές της υποκειμενικής αίσθησης αδικίας που βιώνει ο καταναλωτής.
Η τελική απόφαση και η μερική δικαίωση
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου κατέληξε σε μια ισορροπημένη κατά το σκεπτικό του απόφαση. Έκρινε ότι η ενάγουσα δεν οφείλει το ποσό των 550,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% που αντιστοιχεί στο διαχειριστικό κόστος της ρευματοκλοπής καθώς δεν αποδείχθηκε ότι η ίδια ήταν το πρόσωπο που προέβη στην παράνομη επέμβαση στον μετρητή. Αντίθετα έκρινε ότι παραμένει υποχρεωμένη να καταβάλει την αξία της μη καταγραφείσας ηλεκτρικής ενέργειας για το χρονικό διάστημα που η παροχή βρισκόταν στη χρήση της.
Παράλληλα απέρριψε τα αιτήματα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αναγνώρισε μόνο μερική δικαίωση της ενάγουσας επιδικάζοντας δικαστικά έξοδα 300,00 ευρώ σε βάρος της εναγόμενης.
Για την ενάγουσα παραστάθηκε ο δικηγόρος Ιωάννης Καραμιχάλης. Για την εναγόμενη εταιρεία παραστάθηκε η δικηγόρος Τζένη Πάπα του δικηγορικού γραφείου «Γ. Μαυρομμάτης και Συνεργάτες».













