• Το ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι μόνο η ίδια η φορολογική ρύθμιση, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτή διαβάζεται και ερμηνεύεται από την απέναντι πλευρά του Αιγαίου
Σε μια δημόσια τοποθέτηση με σαφείς προειδοποιήσεις, η ηγεσία του τουρκικού τουριστικού κλάδου αναδεικνύει τον κίνδυνο «δομικής απώλειας ανταγωνιστικότητας» έναντι της Ελλάδας, με αφορμή την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης για μείωση του ΦΠΑ στα μικρά νησιά.
Η παρέμβαση του Μεχμέτ Ισλέρ, προέδρου της Ένωσης Τουριστικών Επιχειρήσεων και Καταλυμάτων Αιγαίου (ETİK) και μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου του Τουρκικού Οργανισμού Προβολής και Ανάπτυξης (TGA), στον τουριστικό ενημερωτικό ιστότοπο Turizm Aktüel, καταγράφει έντονη ανησυχία στην τουρκική πλευρά, καθώς τα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου εξελίσσονται σε ισχυρούς πόλους έλξης, στοχεύοντας, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, απευθείας στην τουρκική εγχώρια αγορά.
Ο Μεχμέτ Ισλέρ περιγράφει μια εικόνα έντονης πίεσης που δέχεται η τουρκική τουριστική αγορά, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου. Όπως υπογραμμίζει, η Αθήνα δεν κινείται αποσπασματικά, αλλά εφαρμόζει ένα μεθοδευμένο σχέδιο που συνδυάζει τις διευκολύνσεις στη βίζα με μια επιθετική, κατά την εκτίμησή του, φορολογική πολιτική.
Στο επίκεντρο της τουρκικής ανησυχίας βρίσκεται η απόφαση για μείωση των συντελεστών ΦΠΑ από 1/1/2026 σε 24 ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου με πληθυσμό κάτω των 20.000 κατοίκων. Η επιλογή αυτή, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ένωσης Τουριστικών Επιχειρήσεων και Καταλυμάτων Αιγαίου, χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα στοχευμένη, καθώς, όπως σημειώνει, εξαιρώντας τη Ρόδο και την Κρήτη, η Ελλάδα διαμορφώνει ένα πλέγμα μικρών, οικονομικά ευνοημένων προορισμών απέναντι από τις τουρκικές ακτές.
Η ανάλυση του κ. Ισλέρ εισέρχεται σε τεχνικές λεπτομέρειες που, όπως εκτιμά, τεκμηριώνουν το μέγεθος της πρόκλησης για την τουρκική πλευρά. Σημειώνει ότι με τη νέα εφαρμογή των μειωμένων συντελεστών, ο τυπικός ΦΠΑ στα νησιά αυτά υποχώρησε από το 24% στο 17%, ενώ στην εστίαση και τη διαμονή, τους δύο βασικούς πυλώνες που καθορίζουν την επιλογή ενός προορισμού, ο συντελεστής έπεσε από το 13% στο 9%. Αυτή η δημοσιονομική ανάσα, σε συνδυασμό με τη σταθερότητα της ευρωζώνης, δημιουργεί, κατά την τουρκική ανάλυση, ένα σημαντικό πλεονέκτημα κόστους σε σχέση με την τουρκική οικονομία, όπου ο πληθωρισμός στον κλάδο της εστίασης παραμένει ιδιαίτερα υψηλός.

Το αποτέλεσμα, όπως το περιγράφει ο κ. Ισλέρ, είναι ιδιαίτερα δυσμενές για την Άγκυρα. Ένας Τούρκος πολίτης από τη Σμύρνη ή το Μπόντρουμ διαπιστώνει πλέον ότι μπορεί να βρει οικονομικά πιο συμφέρουσες επιλογές για σύντομες αποδράσεις σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, σε σύγκριση με αντίστοιχες επιλογές στο εσωτερικό της χώρας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στις επιπτώσεις των φορολογικών αυτών ρυθμίσεων στον τομέα του yachting και των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ο κ. Ισλέρ αναδεικνύει μια νέα πραγματικότητα που, όπως υποστηρίζει, επηρεάζει την έως σήμερα κυριαρχία της Τουρκίας στις μαρίνες της Ανατολικής Μεσογείου. Η μείωση του γενικού συντελεστή στο 17% καθιστά τα ελληνικά νησιά ιδιαίτερα ανταγωνιστικά στον εφοδιασμό σκαφών αναψυχής και στην παροχή τεχνικών υπηρεσιών.
Για τους ιδιοκτήτες σκαφών, το κόστος συντήρησης, οι τεχνικές εργασίες και οι προμήθειες στα νησιά του Αιγαίου εμφανίζονται πλέον χαμηλότερα σε σχέση με πολλές τουρκικές μαρίνες, οι οποίες επί δεκαετίες αποτελούσαν σημείο αναφοράς λόγω χαμηλότερου κόστους.
Σήμερα, ο συνδυασμός του υψηλού τουρκικού πληθωρισμού και των μειωμένων ελληνικών συντελεστών ΦΠΑ φαίνεται να ανατρέπει αυτή την ισορροπία. Η τουρκική πλευρά εκφράζει ανησυχία για το ενδεχόμενο υποβάθμισης μεγάλων επενδύσεων στον τομέα του yachting, καθώς, όπως σημειώνεται, η Ελλάδα προσφέρει ένα πιο σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον για τα σκάφη που κινούνται στο Αιγαίο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πολιτική διάσταση που δίνει ο κ. Ισλέρ στη σχέση κράτους και επιχειρηματικού κόσμου. Υποστηρίζει ότι, ενώ η ελληνική κυβέρνηση λειτουργεί ως στρατηγικός εταίρος των τουριστικών φορέων, μειώνοντας τα βάρη με στόχο την ενίσχυση της οικονομίας μέσω του τουρισμού, το τουρκικό κράτος αντιμετωπίζει τον κλάδο κυρίως ως πηγή φορολογικών εσόδων. Η αντίληψη ότι ο τουρισμός αποτελεί έναν εξ ορισμού ιδιαίτερα κερδοφόρο τομέα χαρακτηρίζεται από τον ίδιο ως παραπλανητική.
Οι Τούρκοι ξενοδόχοι, όπως αναφέρεται, πιέζονται από το υψηλό ενεργειακό κόστος, τις συναλλαγματικές πιέσεις και τις συνεχείς φορολογικές επιβαρύνσεις. Η προειδοποίηση του κ. Ισλέρ είναι σαφής, αν δεν υπάρξει άμεση εξισορρόπηση των φόρων και ουσιαστική στήριξη του κλάδου, οι επενδύσεις κινδυνεύουν να παγώσουν, η απασχόληση να μειωθεί και η Τουρκία να καταστεί λιγότερο ελκυστικός τουριστικός προορισμός.
Το ρεπορτάζ από την απέναντι πλευρά του Αιγαίου δείχνει ότι η διατήρηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα ελληνικά νησιά δεν αποτελεί μόνο δημοσιονομικό μέτρο, αλλά παράγοντα με ευρύτερες οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις στον ανταγωνισμό της περιοχής.
Το ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι μόνο η ίδια η φορολογική ρύθμιση, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτή διαβάζεται και ερμηνεύεται από την απέναντι πλευρά του Αιγαίου.
Το γεγονός πάντως ότι τα Δωδεκάνησα αναφέρονται πλέον στον τουρκικό Τύπο ως παράγοντας κόστους και ανταγωνισμού δείχνει ότι οι επιλογές που αφορούν στη νησιωτική πολιτική δεν περνούν απαρατήρητες.













