Με ισχυρά μεγέθη, αλλά και αυξανόμενες αντοχές που δοκιμάζονται, έκλεισε το 2025 για τον ελληνικό τουρισμό. Η χρονιά επιβεβαίωσε τον ρόλο του κλάδου ως βασικού πυλώνα της οικονομίας, την ίδια στιγμή όμως ανέδειξε με μεγαλύτερη ένταση τις διαρθρωτικές προκλήσεις που συνοδεύουν τη συνεχή ανάπτυξη. Το βλέμμα πλέον στρέφεται στο 2026, με την αγορά να κινείται σε τροχιά συγκρατημένης αισιοδοξίας και με σαφές ζητούμενο τη διατήρηση της ποιότητας και της ανταγωνιστικότητας.
Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια του 2025 επιβεβαιώνουν ότι η ζήτηση για την Ελλάδα διατηρήθηκε ισχυρή, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον. Οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά περίπου 4%, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις κινήθηκαν με σαφώς υψηλότερο ρυθμό, κοντά στο 9%, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ).
Σε απόλυτους αριθμούς, ο ελληνικός τουρισμός κινήθηκε κοντά στα 40 εκατ. αφίξεις, με τις εισπράξεις να υπερβαίνουν τα 22,5 δισ. ευρώ και να προσεγγίζουν -ή και να ξεπερνούν, κατά ορισμένες εκτιμήσεις- τα 23 δισ. ευρώ. Πρόκειται για επιδόσεις που ξεπέρασαν τις αρχικές προβλέψεις και ενισχύουν το αφήγημα της μετάβασης σ’ ένα πιο «ποιοτικό» μοντέλο, όπου η αύξηση των εσόδων προηγείται της αύξησης των όγκων.
Η άλλη όψη στον τουρισμό: Πίεση στα κόστη και άνιση κατανομή
Πίσω από τη θετική μακρο-εικόνα, ωστόσο, αποτυπώνεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα για μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων. Το 2025 χαρακτηρίστηκε από αυξημένα λειτουργικά κόστη, έντονες πιέσεις στο ενεργειακό σκέλος, ελλείψεις προσωπικού και αυξημένες ρυθμιστικές υποχρεώσεις, παράγοντες που περιόρισαν τα περιθώρια κερδοφορίας, ιδιαίτερα για μικρές και μεσαίες μονάδες.
Παράλληλα, η γεωγραφική και χρονική συγκέντρωση της ζήτησης εξακολουθεί να αποτελεί δομικό ζήτημα. Αν και η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου ενισχύθηκε και το 2025, τα οφέλη δεν κατανέμονται ομοιόμορφα σε όλους τους προορισμούς, ενώ σε ορισμένες περιοχές η ένταση της τουριστικής δραστηριότητας επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα υποδομών και κοινωνικής αποδοχής.
Οι μεγάλες αγορές στήριξαν τα έσοδα
Πέντε βασικές αγορές -Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, Γαλλία και Ιταλία- συνέχισαν να τροφοδοτούν πάνω από το 40% των αφίξεων και πάνω από το ήμισυ των τουριστικών εισπράξεων. Η συμβολή τους ήταν καθοριστική και το 2025, με διαφοροποιήσεις στη συμπεριφορά των ταξιδιωτών.
Η γερμανική αγορά παρέμεινε η μεγαλύτερη «δεξαμενή» επισκεπτών, με τον ταξιδιώτη όμως πιο προσεκτικό στις δαπάνες και με έμφαση στο value for money και τα οργανωμένα πακέτα. Το Ηνωμένο Βασίλειο κινήθηκε πιο νευρικά, με αυξημένο late booking και μεγαλύτερη εξάρτηση από την τιμολογιακή πολιτική και τις αεροπορικές συνδέσεις.
Αντίθετα, η αμερικανική αγορά επιβεβαίωσε τον στρατηγικό της ρόλο, με υψηλή κατά κεφαλήν δαπάνη, μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής και ενισχυμένο δίκτυο απευθείας πτήσεων. Οι επισκέπτες από τις ΗΠΑ κατέγραψαν αισθητά υψηλότερες επιδόσεις από τον μέσο όρο της χώρας, τόσο σε ημερήσια δαπάνη όσο και σε συνολικά έσοδα.
Τι δείχνουν τα πρώτα σήματα για το 2026
Η εικόνα για το 2026 διαμορφώνεται σταδιακά, με τα πρώτα δεδομένα από προκρατήσεις και συμβόλαια tour operators να παραπέμπουν σε σταθεροποίηση με ήπια άνοδο. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η ζήτηση μπορεί να κινηθεί ανοδικά κατά 7%-8%, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν σοβαρές εξωτερικές αναταράξεις.
Τα νέα συμβόλαια ξενοδοχείων με tour operators εμφανίζονται αυξημένα κατά 5%-7%, ενώ το ενδιαφέρον εστιάζει όλο και περισσότερο στις απευθείας πτήσεις, στα city breaks, στον θεματικό τουρισμό και σε λιγότερο κορεσμένους προορισμούς. Παράλληλα, το early booking δίνει τη θέση του σε πιο ευέλικτα μοντέλα κρατήσεων, επιβεβαιώνοντας ότι το μοτίβο του late booking ήρθε για να μείνει.
Το μεγάλο στοίχημα: Υποδομές και βιωσιμότητα
Αν το 2025 ήταν η χρονιά της επιβεβαίωσης της ανθεκτικότητας, το 2026 αναδεικνύεται ως χρονιά κρίσιμων επιλογών. Το βάρος μετατοπίζεται πλέον από τους απόλυτους αριθμούς στη διαχείριση της ανάπτυξης: δημόσιες υποδομές, μεταφορές, περιβάλλον, ανθρώπινο δυναμικό και κοινωνική συνοχή.
Όπως έχει επισημανθεί από θεσμικούς και επιχειρηματικούς παράγοντες του κλάδου, χωρίς σύγχρονες υποδομές και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, η αξία του τουριστικού προϊόντος δύσκολα μπορεί να διατηρηθεί. Η επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού δεν θα κριθεί μόνο από το πόσοι έρχονται, αλλά από το πώς, πότε και με ποιο αποτύπωμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, το 2026 δεν προδιαγράφεται ως χρονιά εκρηκτικής ανόδου, αλλά ως χρονιά εξισορρόπησης και ωρίμανσης. Και αυτό, για έναν κλάδο που έχει ήδη ξεπεράσει τις προβλέψεις του, ίσως να είναι το πιο κρίσιμο βήμα προς τα εμπρός.
Πηγή: powergame.gr













