ΑΠΟΨΕΙΣ

Τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου: μῆλον τῆς ἔριδος ἤ μίτος τῆς Ἀριάδνης;

news room
7 λεπτά ανάγνωση
Μέγεθος γραμμάτων

Ἄρθρο τῆς Α. Θ. Πα­να­γιό­τη­τος τοῦ Οἰκου­με­νι­κοῦ Πα­τριάρ­χου κ. κ. Βαρ­θο­λο­μαί­ου

Τά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που ἀπο­τε­λο­ῦν μία ἀξο­νι­κή πο­λι­τι­κή κα­τά­κτη­ση, πραγ­μα­τι­κή “πρό­ο­δο στή συ­νεί­δη­ση τῆς ἐλευ­θε­ρί­ας”, ὅπως θά ἔλεγε ὁ φι­λό­σο­φος. Καί σή­με­ρα, πάνω ἀπό ἑπτά δε­κα­ε­τί­ες μετά τήν Οἰκου­με­νι­κή Δια­κή­ρυ­ξή τους (10 Δε­κεμ­βρί­ου 1948), στό Προ­οί­μιο τῆς ὁποί­ας χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται ὡς τό “κοινό ἰδα­νι­κό στό ὁποῖο πρέ­πει νά κα­τα­τεί­νουν ὅλοι οἱ λαοί καί ὅλα τά ἔθνη”, εὑρί­σκο­νται στό κέ­ντρο τῆς ἐπι­και­ρό­τη­τας πα­γκο­σμί­ως, εἴτε ὡς σύμ­βο­λο καί ὄχημα τοῦ ἀγώνα γιά τόν σε­βα­σμό τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἀξιο­πρέ­πειας, γιά “ἐλευ­θε­ρία, ἰσό­τη­τα, ἀδελ­φο­σύ­νη”, εἴτε ὡς ἀντι­κεί­με­νο ἀμ­φι­σβή­τη­σης ἀνα­φο­ρι­κά πρός τό πε­ριε­χό­με­νο καί τήν ἐμ­βέ­λειά τούς, εἴτε ἐξ αἰτί­ας τῆς στυ­γνῆς κα­τα­πά­τη­σής τους. Εἶναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ὅτι ὁ εἰκο­στός αἰώ­νας, ὁ ὁπο­ῖος θε­ω­ρε­ῖται “ὁ πιό βί­αιος αἰώ­νας στήν ἀν­θρώ­πι­νη ἱστο­ρία”, ὀνο­μά­στη­κε καί “ἡ ἐποχή τῶν δι­καιω­μά­των τοῦ ἀν­θρώ­που”, τῶν ἀγώ­νων γιά τή δια­τύ­πω­ση, τή διεκ­δί­κη­ση, τήν κα­το­χύ­ρω­ση καί τήν ἀνά­δει­ξη τῆς οἰκου­με­νι­κῆς ἀξί­ω­σής τους.

Τό παρόν καί τό μέλ­λον τῶν δι­καιω­μά­των τοῦ ἀν­θρώ­που συ­ναρ­τᾶται ὄχι μόνον μέ πο­λι­τι­κές, κοι­νω­νι­κές καί πο­λι­τι­σμι­κές ἐξε­λί­ξεις, ἀλλά καί μέ τή στάση τῶν με­γά­λων θρη­σκει­ῶν ἀπέ­να­ντί τους. Σο­βα­ρές ἀμ­φι­σβη­τή­σεις γιά τά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που προ­έρ­χο­νται σή­με­ρα ἀπό τίς μή χρι­στια­νι­κές θρη­σκε­ῖες, οἱ ὁπο­ῖες, πολύ εὔκο­λα, τά ἀξιο­λο­γο­ῦν ὡς “δυ­τι­κό ἰδε­ο­λό­γη­μα”, ὡς ἔκ­φρα­ση τοῦ δυ­τι­κοῦ ἀτο­μο­κε­ντρι­σμοῦ, τοῦ πνεύ­μα­τος τῆς ἐκ­κο­σμί­κευ­σης, ἀλλά καί ὡς φορέα χρι­στια­νι­κῶν ἀξιῶν, δια­κη­ρύσ­σουν ὅτι πρό­κει­ται γιά δού­ρειο ἵππο τῆς Δύσης, μέ στόχο τή διά­βρω­ση τῶν κοι­νο­τι­κῶν πα­ρα­δό­σε­ων τῶν μή δυ­τι­κῶν λαῶν καί τήν ἀλ­λοί­ω­ση τῶν “ἀσια­τι­κῶν ἀξιῶν”, ἀπορ­ρί­πτο­ντας ἄρδην τήν οἰκου­με­νι­κό­τη­τά τους καί τή λει­τουρ­γία τους ὡς πα­γκό­σμιο ἀν­θρω­πι­στι­κό κρι­τή­ριο.

Ἔχο­ντας ἐκ­φρά­σει καί ἀλ­λα­χοῦ τή θέση μας γιά τό θέμα αὐτό, πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε ἐδῶ στά ἑξῆς: Τά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που ἀπο­τε­λο­ῦν ἴσως τή με­γα­λύ­τε­ρη πρό­κλη­ση, τήν ὁποία κλή­θη­καν νά ἀντι­με­τω­πί­σουν μέχρι σή­με­ρα οἱ θρη­σκε­ῖες. Δέν μπο­ρο­ῦν νά ἀγνο­ή­σουν τήν πρό­κλη­ση αὐτή, οὔτε νά ὑπο­βαθ­μί­σουν τή σο­βα­ρό­τη­τά της, ἑστιά­ζο­ντας σέ ὑπαρ­κτές προ­βλη­μα­τι­κές πτυ­χές τῶν δι­καιω­μά­των τοῦ ἀν­θρώ­που. Πά­ντως, στούς δια­θρη­σκεια­κούς δια­λό­γους τό θέμα τῶν δι­καιω­μά­των τοῦ ἀν­θρώ­που δέν ἀπου­σιά­ζει. Πολύ ση­μα­ντι­κός εἶναι ὁ ἴδιος ὁ διά­λο­γος τῶν θρη­σκει­ῶν μέ τά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που. Στόν διά­λο­γο αὐτό, εἶναι βέ­βαιο ὅτι οἱ θρη­σκε­ῖες θα ἀνα­κα­λύ­ψουν στά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που κε­ντρι­κές ἀρχές καί τῆς δικῆς τους ἀξιο­λο­γί­ας, θά συμ­βά­λουν στή βα­θύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­σή τους καί θά προ­βά­λουν τίς ἀν­θρω­πι­στι­κές δια­στά­σεις τοῦ δικοῦ τους ἤθους. Σέ μία ἐποχή, κατά τήν ὁποία τά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που ὑφί­στα­νται μία ἀσαφῆ διεύ­ρυν­ση τοῦ πε­ριε­χο­μέ­νου καί τῶν ὁρίων τους, οἱ θρη­σκε­ῖες μπο­ρο­ῦν νά ὁδη­γή­σουν στήν ἀνά­δει­ξη τῶν πνευ­μα­τι­κῶν τους ριζῶν καί στή σωστή ἀξιο­λό­γη­ση τῆς ἐμ­βέ­λειάς τους.

Καί ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σία καί ἡ θε­ο­λο­γία δέν ἦταν δυ­να­τόν νά ἀγνο­ή­σουν αὐτό τό κε­ντρι­κό θέμα, πού ἀφορᾶ στά θε­μέ­λια τῶν συγ­χρό­νων κοι­νω­νι­ῶν. Εἶναι γνω­στό ὅτι δέν ὑπάρ­χει ἐνιαία στάση τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ἀπέ­να­ντι στά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που. Περί αὐτοῦ μαρ­τυ­ρο­ῦν τά ποι­κί­λα θε­ο­λο­γι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα, ἀλλά καί ἡ ἔμπρα­κτη το­πο­θέ­τη­ση τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Ἐκ­κλη­σι­ῶν ἐνώ­πιον τῶν πα­ρα­βιά­σε­ών τους. Πα­ρα­πέ­μπου­με ἐν­δει­κτι­κά στή στάση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Μό­σχας ἀνα­φο­ρι­κά μέ τή Ρωσ­σι­κή εἰσβο­λή στήν Οὐκρα­νία καί τίς ὠμές πα­ρα­βιά­σεις ἀν­θρω­πί­νων δι­καιω­μά­των στόν συ­νε­χι­ζό­με­νο ἀνη­λεῆ πό­λε­μο.

Ποτέ ἡ Ἐκ­κλη­σία δέν ὑπῆρ­ξε ἀδιά­φο­ρη ἀπέ­να­ντι στή φαλ­κί­δευ­ση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, τήν κοι­νω­νι­κή ἀδι­κία καί ἐκ­με­τάλ­λευ­ση, ἐν ἐπι­γνώ­σει ὅτι αὐτός πού δέν ἀγαπᾶ τόν ἀδελ­φό του τόν ὁποῖο βλέ­πει, εἶναι ἀδύ­να­τον νά ἀγαπᾶ τόν ἀό­ρα­το Θεό (βλ. Α’ Ἰωάν. δ’, 21). Τό ζη­τού­με­νο γιά τήν Ἐκ­κλη­σία σή­με­ρα, ἐνώ­πιον τῶν προ­κλή­σε­ων καί τῶν ση­μεί­ων τῶν και­ρῶν, εἶναι νά λει­τουρ­γή­σει ἡ ἴδια ὡς θε­τι­κή πρό­κλη­ση γιά τόν σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο. Τοῦτο συν­δέ­ε­ται μέ τό πῶς ἡ Ἐκ­κλη­σία προ­βάλ­λει τή χρι­στια­νι­κή ἱε­ράρ­χη­ση ἀξιῶν, ἐπί κε­φα­λῆς τῆς ὁποί­ας εὑρί­σκε­ται ἡ ἱε­ρό­της τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που καί ὁ αἰώ­νιος προ­ο­ρι­σμός του. Οὐδείς τί­μη­σε καί κα­τα­ξί­ω­σε τόν ἄν­θρω­πο καί τήν ἐλευ­θε­ρία του ὅσο ὁ Χρι­στια­νι­σμός, ὁ ὁπο­ῖος τόν βλέ­πει ὡς δη­μιούρ­γη­μα κατ᾿ εἰκό­να Θεοῦ καί καθ᾿ ὁμοί­ω­σιν, ἀλλά καί ὡς τό ὄν, γιά τή σω­τη­ρία τοῦ ὁποί­ου ὁ Θεός Λόγος προ­σέ­λα­βε τήν ἡμε­τέ­ραν φύσιν καί ἄνοι­ξε στό ἀν­θρώ­πι­νο γένος τήν πύλη τοῦ οὐρα­νοῦ. Καί τά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που προ­ϋ­πο­θέ­τουν τή μακρά θη­τεία τῆς οἰκου­μέ­νης στόν χρι­στια­νι­κό ἀν­θρω­πι­σμό. Μέ αὐτή τήν ἔν­νοια, ἐξα­κο­λου­θεῖ νά προ­βλη­μα­τί­ζει ἡ ἀρ­χι­κή ἀρ­νη­τι­κή το­πο­θέ­τη­ση τοῦ Δυ­τι­κοῦ Χρι­στια­νι­σμοῦ ἀπέ­να­ντι σέ αὐτά, ἐνῶ μᾶς ἱκα­νο­ποιεῖ τό γε­γο­νός ὅτι μετά τίς τρα­γι­κές ἐμπει­ρί­ες τοῦ Β’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, τά πράγ­μα­τα ἀλ­λά­ζουν καί τά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που κα­θί­στα­νται ση­μα­ντι­κός ἄξο­νας τῆς ἐγκό­σμιας μαρ­τυ­ρί­ας του.

Στήν πο­ρεία της μέσα στόν κόσμο καί ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σία συ­να­ντᾶ τά κι­νή­μα­τα γιά τά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἡ ἀπορ­ρι­πτι­κή ἤ μία μο­νί­μως “ἀμυ­ντι­κή” στάση ἀπέ­να­ντι σέ αὐτά, καί ἡ θε­ώ­ρη­σή τους ὡς ἀπει­λῆς γιά τήν Ὀρ­θό­δο­ξη ταυ­τό­τη­τά μας πη­γά­ζει ἀπό μία πα­ρα­νό­η­ση τόσον τῆς ἀπο­στο­λῆς τῶν δι­καιω­μά­των τοῦ ἀν­θρώ­που, ὅσον καί τοῦ βά­θους τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης ἀν­θρω­πο­λο­γί­ας καί ἠθι­κῆς. Ἐμεῖς πι­στεύ­ου­με ὅτι ἡ προ­στα­σία τῶν δι­καιω­μά­των τοῦ ἀν­θρώ­που πρέ­πει καί δύ­να­ται νά ἀπο­τε­λέ­σει βα­σι­κό στοι­χε­ῖο τῆς ἀπο­στο­λῆς τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας στόν σύγ­χρο­νο κόσμο. Τό γε­γο­νός ὅτι τό Ὀρ­θό­δο­ξο δέον περί τοῦ ἀν­θρώ­που ὑπερ­βαί­νει τή διά­στα­ση τοῦ ἀν­θρω­πι­σμοῦ, ἀφοῦ πε­ρι­λαμ­βά­νει καί τήν ἑκού­σια πα­ραί­τη­ση ἀπό τό “δι­καί­ω­μα” χάριν τῆς ἀγά­πης καί τοῦ πλη­σί­ον, δέν ὑπο­βαθ­μί­ζει τή ση­μα­σία τοῦ ἀγώνα γιά τά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἡ ἀγάπη, ὡς ὑψί­στη ἐλευ­θε­ρία, δέν ὑπο­κα­θι­στᾶ τή στρά­τευ­ση γιά τήν προ­στα­σία τῶν δι­καιω­μά­των τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλλά ἀνα­δει­κνύ­ει τό ἀν­θρω­πι­στι­κό πε­ριε­χό­με­νό της καί τήν ἐνι­σχύ­ει. Ἡ κα­τα­νοη­τή κρι­τι­κή ἐκ μέ­ρους τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου θε­ο­λο­γί­ας στόν δι­καιω­μα­τι­σμό καί τόν ὑπερ­το­νι­σμό τῆς διεκ­δί­κη­σης ἀτο­μι­κῶν δι­καιω­μά­των ὡς μέσου θω­ρά­κι­σης ἰδιω­τι­κῶν ἀπαι­τή­σε­ων δέν εἶναι δυ­να­τόν νά κυ­ριαρ­χεῖ στή σύγ­χρο­νη συ­νά­ντη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας μέ τά δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, τά ὁποῖα ἀνα­φέ­ρο­νται οὐσια­στι­κῶς καί στήν κοι­νω­νι­κή διά­στα­ση τῆς ἐλευ­θε­ρί­ας.

Ἡ ὑπο­χώ­ρη­ση τοῦ θρη­σκευ­τι­κοῦ προ­σα­να­το­λι­σμοῦ τῆς ζωῆς στήν ἐποχή μας καί ἡ ἐκ­κο­σμί­κευ­ση, παρά τά περί τοῦ ἀντι­θέ­του θρυ­λού­με­να, ὄχι μόνον δέν προ­ω­θο­ῦν τούς στό­χους τῶν δι­καιω­μά­των τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλλά ἐπη­ρε­ά­ζουν ἀρ­νη­τι­κά τόν σε­βα­σμό τους. Πι­στεύ­ου­με ὅτι ἡ ἀνα­φο­ρά ἁπλῶς καί γε­νι­κῶς στόν “ἄν­θρω­πο” δέν ἀπο­τε­λεῖ στα­θε­ρή καί ἐπαρ­κῆ βάση γιά τή θε­με­λί­ω­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἀξιο­πρέ­πειας καί τοῦ ἀπρο­ϋ­πό­θε­του σε­βα­σμοῦ της. Ἡ συν­δε­δε­μέ­νη μέ τή στάση αὐτή να­του­ρα­λι­στι­κή θε­ώ­ρη­ση φαί­νε­ται ὅτι εὐνο­εῖ τίς ἀντι­κει­με­νο­ποι­ή­σεις τοῦ ἀν­θρώ­που καί τή με­τα­τρο­πή του σέ με­τρή­σι­μο μέ­γε­θος. Τά κρι­τι­κά ἐρω­τή­μα­τα, τά ὁποῖα δια­τυ­πώ­θη­καν πρό δύο δε­κα­ε­τι­ῶν γιά τό θέμα αὐτό, πα­ρα­μέ­νουν καί σή­με­ρα ἰδιαι­τέ­ρως ἐπί­και­ρα: “Γνω­ρί­ζου­με, τε­λι­κά, ἄν τό κοι­νω­νι­κό κρά­τος θά ἐπι­βιώ­σει μετά τήν ἀπα­ξί­ω­ση τῆς ἀγά­πης πρός τόν πλη­σί­ον; Δέν θά ἐξα­φα­νι­ζό­ταν ἡ ἀλ­λη­λεγ­γύη πρός τόν πλη­σί­ον, ἄν αὐτός εἶναι ἁπλῶς καί μόνον ὁ ξένος, ὁ ἄλλος, ὁ ἀντα­γω­νι­στής ἤ ἀκόμη καί ὁ ἐχθρός; Εἶναι δυ­να­τόν νά ὑπάρ­ξει κοι­νω­νι­κή ὑπευ­θυ­νό­τη­τα, ὅταν τό ἴδιο τό ῾δι­καί­ω­μα στή ζωή᾿ τῶν ἀγέν­νη­των παι­δι­ῶν, τῶν ἡλι­κιω­μέ­νων κ.ἄ. ἀμ­φι­σβη­τε­ῖται; Θά ὑπάρ­χουν δι­καιώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, σέ μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα καί ὁ Δη­μιουρ­γός της ἐξα­φα­νί­ζο­νται ἀπό τό προ­σκή­νιο μέσα σέ μία σύ­γκρου­ση τῶν πο­λι­τι­σμῶν;”

Ὅταν το­νί­ζε­ται ἡ θεία προ­έ­λευ­ση καί ὁ αί­ώ­νιος προ­ο­ρι­σμός τοῦ ἀν­θρώ­που, τότε ἡ ὕπαρ­ξή του ἀπο­κτᾶ τήν ὑψί­στη δυ­να­τή ἀξία. Σέ αὐτή τήν οὐσιώ­δη ἀνα­φο­ρά στό Ὑπερ­βα­τι­κό πα­ρα­πέ­μπει καί τό Προ­οί­μιο τοῦ Συ­ντάγ­μα­τος τῆς Ἑλ­λά­δος: “Εἰς τό ὄνομα τῆς ἁγίας καί ὁμο­ου­σί­ου καί ἀδιαι­ρέ­του Τριά­δος”. Τοιου­το­τρό­πως, ἡ ἀν­θρώ­πι­νη πράξη καί τό ἦθος ἀπο­κτο­ῦν ἀπό­λυ­τη θε­με­λί­ω­ση. Ὁ ἀν­θρω­πι­σμός, ἐκτός ἀπό ἠθική ἐπι­τα­γή, γί­νε­ται καί ἐντο­λή τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀδια­φο­ρία γιά τόν ἄν­θρω­πο εἶναι πλέον ἀδια­φο­ρία γιά τόν Θεό, ἐνῶ ὁ ἀγώ­νας γιά τήν προ­στα­σία τῆς ἱε­ρό­τη­τας τοῦ ἀν­θρω­πί­νου προ­σώ­που, γιά τήν ἐλευ­θε­ρία, τή δι­καιο­σύ­νη καί τήν εἰρή­νη, εἶναι δια­κο­νία τοῦ Θεοῦ. Παρά τό γε­γο­νός ὅτι συχνά ἡ θρη­σκευ­τι­κή πίστη τρο­φο­δο­τεῖ καί τή βία ἐν ὀνό­μα­τι τοῦ Θεοῦ, πι­στεύ­ου­με ὅτι στή βάση της ἀπο­τε­λεῖ ἀνε­ξά­ντλη­τη δύ­να­μη ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης καί εἰρη­νο­ποι­ΐ­ας καί ὅτι ἐνι­σχύ­ει τούς ἀγῶνες γιά μία δι­καιό­τε­ρη κοι­νω­νία, ἀκόμη καί ὅταν αὑτοί, κατ᾿ ἄν­θρω­πον, εὑρί­σκο­νται ἐνώ­πιον ἀνυ­πέρ­βλη­των ἐμπο­δί­ων.

Εἶναι βέ­βαιο ὅτι σή­με­ρα στό θέμα τῆς προ­στα­σί­ας τῶν δι­καιω­μά­των τοῦ ἀν­θρώ­που δέν ὑπάρ­χει χῶρος γιά θριαμ­βο­λο­γία. Ἀπο­τε­λο­ῦν αἴτη­μα καί κα­θῆκον, παρά μία δε­δο­μέ­νη καί ἐξα­σφα­λι­σμέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σία, μέ πλήρη συ­νεί­δη­ση ὅτι ἡ ἐλευ­θε­ρία τήν ὁποία ἐν­σαρ­κώ­νει καί κη­ρύτ­τει, ὑπερ­βαί­νει τόν ὁρί­ζο­ντα τῶν δι­καιω­μά­των τοῦ ἀν­θρώ­που, κα­λε­ῖται νά συμ­βά­λει στήν πραγ­μά­τω­ση καί στήν ὀρθή κα­τα­νό­η­σή τους ὡς πα­γκό­σμιον ἤθος, ὁ σε­βα­σμός τοῦ ὁποί­ου ἀπο­τε­λεῖ ση­μα­ντι­κό βῆμα στήν πο­ρεία πρός ἕναν κα­λύ­τε­ρο κόσμο, μίτο τῆς Ἀριά­δνης γιά τήν ἔξοδο ἀπό πολ­λούς συγ­χρό­νους λα­βυ­ρίν­θους. Εἶναι προ­σω­πι­κή μας πε­ποί­θη­ση, ὅτι ἡ με­τα­τρο­πή τῶν δι­καιω­μά­των τοῦ ἀν­θρώ­που σέ μῆλον τῆς ἔρι­δος με­τα­ξύ τῶν λαῶν καί τῶν πο­λι­τι­σμῶν, ὑπο­σκά­πτει τό μέλ­λον τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.