«Μετά από τέσσερα χρόνια ύφεσης, η φετινή περίοδος θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την ελληνική οικονομία και ειδικά για την οικονομία των νησιών μας. Ιδιώτες και επιχειρήσεις εξαντλούν υπομονή και αποθέματα».
Αυτό υπογραμμίζει μεταξύ άλλων σε συνέντευξή του στη «δ» ο οικονομικός σύμβουλος της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου κ. Παντελής Γεωργάκης και προσθέτει πως η ανάκαμψη δεν έρχεται με ευχολόγια ούτε με ανεδαφικές και αιωρούμενες θεωρητικές πολιτικές.
«Δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση σε μέτρα εθνικού χαρακτήρα για την οικονομία. Οι πιο πολλοί από μας κρίνουμε με το τι έγινε ή γινόταν πριν και σε τι κατάσταση είμαστε τώρα και όχι με το πού πρέπει να πάμε αύριο εμείς και τα παιδιά μας. Εάν αυτά τα προβλήματα δεν λυθούν ή συμβιβαστούν κατά κάποιο τρόπο, η ανάκαμψη ή θα επιβληθεί με σκληρό τρόπο και μετά από πολλές θυσίες, ή δεν θα έρθει ποτέ», τονίζει ο κ. Γεωργάκης.
Σε ερώτηση αν το γερμανικό μοντέλο της σκληρής λιτότητας θα είναι αποτελεσματικό ή θα οδηγήσει σε διάσπαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης ο κ. Γεωργάκης δηλώνει:
«Θεωρώ απαραίτητες τις μεταρρυθμίσεις εκείνες που θα φέρουν δημοσιονομική πειθαρχία στις χώρες που έχουν εξοκείλει, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ελλάδα. Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ενιαία πολιτική που μπορεί να επιβάλει ένα Ευρωπαϊκό Υπουργείο Οικονομικών. Από κει και πέρα πρέπει να έλθει νομισματική χαλάρωση για να τονωθούν οι οικονομίες».
Η συνέντευξη του κ. Γεωργάκη, αναλυτικά:
• Περιμένατε πως το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο θα κατέρρεε με τον τρόπο που όλοι είδαν;
Η έκθεση του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου σε κινδύνους ήταν γνωστή. Η παροχή φορολογικών κινήτρων και κινήτρων διάσωσης κεφαλαίων στην Κυπριακή επικράτεια ήταν επίσης γνωστή. Η επιφύλαξη υπήρχε, αλλά συγκαλύπτονταν από το πέπλο της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων παγκοσμίως, χωρίς την ύπαρξη δυστυχώς ελεγκτικών μηχανισμών. Τον τρόπο και την ταχύτητα κατάρρευσης δεν την περίμενε κανείς. Επιβεβαιώνεται όμως η αρχή ότι οτιδήποτε κτίζεις με δυσκολία, μπορείς να το κατεδαφίσεις στιγμιαία, ιδιαίτερα όταν οι βάσεις του δεν είναι στέρεες.
• Μπορεί να υπάρξουν επιπτώσεις από την κρίση στην Κύπρο και στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα;
Οι επιπτώσεις υπάρχουν ήδη και αφορούν καταρχήν στον τομέα της ψυχολογίας. Η κρίση της Κύπρου ενέσπειρε πάλι την αμφιβολία για την πορεία της οικονομίας, την τύχη των καταθέσεων, την εξέλιξη του τραπεζικού κλάδου. Ο κόσμος βέβαια είναι πολύ πιο έμπειρος στις αντιδράσεις και στις κρίσεις του. Αντιλαμβάνεται ότι η Κύπρος είναι διαφορετική περίπτωση από την Ελλάδα και πως η εξασφάλιση των καταθέσεων στη χώρα μας, που εγγυήθηκε η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος, έχει βάση και έχει ήδη αποδειχθεί έως τώρα όπως έγινε και στις περιπτώσεις της PROTON και της Αγροτικής τράπεζας και της Aspis Bank. Δεν πρέπει ο κόσμος να φοβάται για τις καταθέσεις του. Μόνο αν υπάρξει κατάρρευση του ευρώ μπορούμε να δούμε τέτοια σενάρια. Όμως οι επιδράσεις της κρίσης της Κύπρου, είναι μεγαλύτερες στην οικονομία. Ελληνικές επιχειρήσεις και ιδιώτες έχασαν χρήματα, ένα σημαντικό τμήμα του ΑΕΠ μας που αφορά σε συναλλαγές μας με την Κύπρο υποβαθμίζεται, ενώ και οι Κυπριακές επενδύσεις στην Ελλάδα καθίστανται δυνητικά προβληματικές. Αυτά είναι προβλήματα που θα εμφανιστούν τους προσεχείς μήνες στην αγορά.
• Θα βοηθήσει η εξαγορά των τραπεζών της Κύπρου από την Ελλάδα στο να εξομαλυνθεί η κρίση που ανέκυψε;
Βεβαίως. Εάν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν αντιδρούσε, όπως αντέδρασε, με την απορρόφηση των καταστημάτων των Κυπριακών τραπεζών που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας, τότε η κρίση της Κύπρου θα περνούσε αυτόματα και στον ελλαδικό χώρο. Αυτές δυστυχώς είναι οι παρενέργειες των παγκοσμιοποιημένων αγορών, που δεν έχουν προβλέψει ελεγκτικούς μηχανισμούς στη λειτουργία τους. Η κρίση της Κύπρου απορροφήθηκε από την ελληνική αγορά, αν και όχι αναίμακτα. Το πρόβλημά μας είναι πώς θα κάνουμε εμείς την οικονομία μας ανταγωνιστική και όχι το πώς θα μετρήσουμε τις επιπτώσεις του κυπριακού «ατυχήματος».
• Σε τι κατάσταση είναι τώρα το τραπεζικό σύστημα της χώρας μας και πότε θα γίνει η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών;
Το τραπεζικό σύστημα της Ελλάδος εδώ και δύο χρόνια υποστηρίζεται πλήρως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Ενωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η υποστήριξη έγινε με άμεση παροχή ρευστότητος από το Μηχανισμό Παροχής Ρευστότητας (ELA) και με τα προγράμματα ανακεφαλαιοποίησης. Αυτά τα προγράμματα, που παρείχαν οι εταίροι μας, συντήρησαν την επάρκεια του τραπεζικού συστήματος της χώρας. Η πολιτική υποστήριξης των τραπεζών ήταν συνειδητή επιλογή για την ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας. Δίνονται χρήματα και λαμβάνονται δεσμεύσεις. Το τραπεζικό σύστημα γίνεται πιο συγκεντρωτικό, αλλά παραμένει για να στηρίζει την ελληνική οικονομία. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, δεν έχει αλλάξει ως πολιτική. Οι καθυστερήσεις υλοποίησης αφορούν στην προσπάθεια των τραπεζών να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια, έτσι ώστε ο έλεγχος των πιστωτικών ιδρυμάτων να παραμείνει σε ελληνικά τραπεζικά χέρια. Με την ολοκλήρωσή της θα έχουν επενδυθεί 50 δις ευρώ στον τραπεζικό κλάδο, με στόχο την ενδυνάμωσή του εμπρός σε αυτή την αδυσώπητη οικονομική κρίση.
• Πότε θα φανεί το αποτέλεσμα της ανακεφαλαιοποίησης στην αγορά και ειδικά στην τοπική;
Η αγορά θα συνειδητοποιήσει άμεσα την επίδραση της ανακεφαλαιοποίησης μόνο σε ό,τι αφορά την πτώση των επιτοκίων. Η εισροή των κεφαλαίων μεταφράζεται σε μηχανισμό ρευστότητας, αυτό με τη σειρά του σε μείωση του κόστους χρήματος και αντίστοιχη μείωση του κόστους δανεισμού των επιχειρήσεων. Εάν δεν έχουμε κάποια έκτακτη εξέλιξη, οι επιχειρήσεις θα δουν τα επιτόκια των δανείων τους να μειώνονται ουσιαστικά, μέχρι τα μέσα του καλοκαιριού. Η παροχή όμως ζεστού χρήματος στην αγορά είναι άλλη υπόθεση. Αυτή θα εξαρτηθεί κατΆ αρχήν από το ιδιόχρεο των ελληνικών επιχειρήσεων, το οποίο έχει επιβαρυνθεί δυσανάλογα. Θα εξαρτηθεί όμως κυρίως από την αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης της αγοράς, το οποίο θα επιτρέψει την επιστροφή μέρους των καταθέσεων 60 δις που έχασαν οι τράπεζες την τελευταία διετία. Η επιστροφή αυτών των χρημάτων μπορεί να ανατρέψει την σημερινή εικόνα της αγοράς και να επιτρέψει την ευκολότερη χρηματοδότηση υγιών επιχειρήσεων και επενδυτικών σχεδίων.
• Πώς θα περιγράφατε την κατάσταση στην τοπική μας οικονομία καθώς οι τράπεζες, όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη συνεδρίαση του ΕΒΕΔ, στηρίζουν μόνο τις υγιείς επιχειρήσεις;
Στην εποχική δωδεκανησιακή οικονομία η περίοδος Φεβρουαρίου- Απριλίου, ήταν η δυσκολότερη για ιδιώτες και επιχειρήσεις αφού εξαντλούνταν τα αποθέματα ρευστότητας της προηγούμενης τουριστικής περιόδου. Με την επιβάρυνση της βαθιάς 4ετούς ύφεσης καταλαβαίνετε ότι η δυσκολία αυτή έχει τώρα υπερμεγεθυνθεί. Η τοπική οικονομία έχει σαφές πρόβλημα ρευστότητας και οι περισσότερες επιχειρήσεις ασφυκτιούν. Όμως η προοπτική υπάρχει. Αναμένεται καλή τουριστική περιόδος, η οποία θα μετακυλιθεί σε όλους. Οι Ροδίτικες επιχειρήσεις βρίσκονται αναμφίβολα σε καλύτερη θέση από τις υπόλοιπες της χώρας. Με προσεκτική διαχείριση η πλειοψηφία αυτών, θα μπορέσει να ανακυκλώσει τις υποχρεώσεις της, τραπεζικές ή μη. Μην περιμένουμε ο φαύλος κύκλος υποχρεώσεων που δημιούργησε η ύφεση να λυθεί σε μία σεζόν. Θα είναι μια μακρόσυρτη διαδικασία που θα απαιτήσει επίπονη προσπάθεια από τις επιχειρήσεις. Η τουριστική μας όμως βιομηχανία αποτελεί εχέγγυο για να είναι αυτή η προσπάθεια επιτυχημένη. Ίσως και σε χρόνο γρηγορότερο του αναμενομένου, αφού η ανάκαμψη όποτε έρθει, μπορεί να τρέξει με πολύ γρηγορότερους ρυθμούς από αυτούς που εκτιμούμε σήμερα.
• Υπάρχουν θετικές εξελίξεις σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου στη διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης;
Δεν υπάρχει ακόμα κάτι νεότερο, αφού η υπόθεση της Κύπρου και της ανακεφαλαιοποίησης των συστημικών Τραπεζών, πήραν όλες τις σχετικές συζητήσεις πίσω. Η πολιτική και εποπτική κατεύθυνση είναι να διατηρηθεί, να εξυγιανθεί και να ενισχυθεί ο θεσμός. Ο τρόπος υλοποίησης μελετάται.
Έχουμε αναφέρει ξανά ότι ως Τράπεζα μελετούμε όλων των ειδών τις συνεργασίες έτσι ώστε η Τράπεζα Δωδεκανήσου να συνεχίσει τον τοπικό αναπτυξιακό της χαρακτήρα. Δυστυχώς, η διαρκής ύφεση δεν μας επιτρέπει να πετύχουμε την ανακεφαλαιοποίηση μόνοι μας ως Δωδεκανήσιοι. Αυτό άλλωστε δεν το πέτυχε καμία Τράπεζα στην Ελλάδα. Θα απαιτηθεί σίγουρα αύξηση συνεταιριστικού κεφαλαίου, που την τοποθετούμε χρονικά προς τα τέλη του καλοκαιριού, αλλά κυρίως θα απαιτηθεί χρόνος, αφού οι τρέχουσες συνθήκες δεν επιτρέπουν δραστικά μέτρα προσέλκυσης κεφαλαίων.
Ως Οργανισμός κάνουμε πολύ μεγάλο και επίπονο αγώνα από την μία να εξυπηρετήσουμε και να ενισχύσουμε τις τοπικές επιχειρήσεις και από την άλλη να αντιμετωπίσουμε την δυσχέρεια που προκαλεί η ύφεση στην εξυπηρέτηση των δανείων. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι στο νέο περιβάλλον θα είμαστε παρόντες και απαραίτητοι. Οι δωδεκανησιακές επιχειρήσεις χρειάζονται απαραιτήτως την Τράπεζα Δωδεκανήσου στο νέο συγκεντρωτικό, συμπαγές και μη ευέλικτο τραπεζικό περιβάλλον που δημιουργείται ήδη.
• Είναι κρίσιμη η περίοδος 2013 -2014 και για την τοπική μας οικονομία και γιατί;
Μετά από τέσσερα χρόνια ύφεσης η φετινή περίοδος θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την ελληνική οικονομία και ειδικά για την οικονομία των νησιών μας. Ιδιώτες και επιχειρήσεις εξαντλούν υπομονή και αποθέματα. Όμως η ανάκαμψη δεν έρχεται με ευχολόγια ούτε με ανεδαφικές και αιωρούμενες θεωρητικές πολιτικές. Μεταρρυθμίσεις και μέτρα που έχουμε δεσμευθεί ως χώρα ότι θα λάβουμε, δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί. Γιατί; Γιατί συντεχνιακά, πολιτικά και συνδικαλιστικά συμφέροντα αντιδρούν λυσωδώς. Γιατί δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση σε μέτρα εθνικού χαρακτήρα για την οικονομία. Γιατί οι πιο πολλοί από μας κρίνουμε με το τι έγινε ή γινόταν πριν και σε τι κατάσταση είμαστε τώρα και όχι με το πού πρέπει να πάμε αύριο εμείς και τα παιδιά μας. Εάν αυτά τα προβλήματα δεν λυθούν ή συμβιβαστούν κατά κάποιο τρόπο, η ανάκαμψη ή θα επιβληθεί με σκληρό τρόπο και μετά από πολλές θυσίες, ή δεν θα έρθει ποτέ.
• Πιστεύετε ότι το γερμανικό μοντέλο της σκληρής λιτότητας θα είναι αποτελεσματικό ή θα οδηγήσει σε διάσπαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης;
Αυτή είναι πολύ δύσκολη ερώτηση. Γενικά δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι για όλα φταίει η «κακιά» Γερμανία. Η Γερμανία πέρασε μία 10ετία δημοσιονομικής λιτότητας και μεγάλων μεταρρυθμίσεων, όταν όλες οι υπόλοιπες χώρες, προεξαρχούσης της Ελλάδας, κατασπαταλούσαν πόρους. Τώρα βάζουν τα ωραία τους χρήματα και ξαναβάζουν χρήματα και οι υπόλοιποι βάζουν αλληλεγγύη. Αυτό δεν μπορεί να συνεχισθεί. Πρέπει να υπάρξει ισορροπία πόρων και αλληλεγγύης.
Από την άλλη μεριά η συντήρηση της σκληρής λιτότητας θα διαλύσει τον Ευρωπαϊκό Νότο. Η απάντηση νομίζω είναι κάπου στην μέση. Θεωρώ απαραίτητες τις μεταρρυθμίσεις εκείνες που θα φέρουν δημοσιονομική πειθαρχία στις χώρες που έχουν εξοκείλει, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ελλάδα. Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ενιαία πολιτική που μπορεί να επιβάλει ένα Ευρωπαϊκό Υπουργείο Οικονομικών.
Από κει και πέρα πρέπει να έλθει νομισματική χαλάρωση για να τονωθούν οι οικονομίες.
Αυτό θα επιτευχθεί κυρίως με έκδοση νέου χρήματος και χαλάρωση της πολιτικής του σκληρού ευρώ.
Σε συνθήκες ύφεσης η πολιτική αυτή δεν θα δημιουργήσει υπερ-πληθωρισμό, θα τονώσει όμως την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών. Παρόμοια πολιτική ακολούθησαν οι Η.Π.Α., που αντιμετώπισαν βαθύτερη κρίση, όμως αντεπεξήλθαν, δημιουργώντας παράλληλα και τεράστια ελλείμματα.
Δεν υπάρχουν μονοδιάστατες απαντήσεις. Ομως, επειδή η Ευρωπαϊκή Ενωση αποτελεί αναγκαιότητα για την ανταγωνιστική διατήρηση των Εθνικών Οικονομιών σε παγκόσμιο επίπεδο, νομίζω ότι απαραίτητος όρος για την διατήρησή της, αποτελεί πλέον η νομισματική χαλάρωση, αφού πρώτα εξασφαλισθεί η κοινή δημοσιονομική πολιτική σε όλα τα κράτη – μέλη.







