Και νέα προσφυγή κατά του δημοτικού φόρου Δωδ/νήσου

«Πονοκέφαλο» στις οικονομικές υπηρεσίες του Δήμου Ρόδου έχει προκαλέσει η απόφαση ενός εκ των πλέον γνωστών εργολάβων του νησιού να προσφύγει ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου με αίτημα τη διαγραφή του από βεβαιωτικούς καταλόγους για οφειλές από ΔΗΦΟΔΩ με ταυτόχρονο αίτημα να κηρυχθεί ο φόρος αντισυνταγματικός.
Σύμφωνα με την αγωγή ο Δήμος, ύστερα από έλεγχο που φέρεται να διενήργησε για το οικονομικό έτος 2000 στα στοιχεία που εδήλωσε ο εργολάβος στο Υπουργείο Οικονομικών, έλαβε υπόψη του ως δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησής του για την περίοδο από 1/1/2009 έως 31/12/2009, το ποσό των ¤ 632.318,82 , ενώ είχε υποβάλει δήλωση ΔΗΦΟΔΩ για ακαθάριστα έσοδα ποσού ¤ 416.718,82. Με την ίδια πράξη του επέβαλε επί πλέον και πρόστιμο ανερχόμενο στο 60% του οφειλόμενου φόρου το οποίο ανήλθε στο ποσό των ¤ 1.500,19 εγγράφοντας στον βεβαιωτικό κατάλογο για το οικείο οικονομικό έτος το συνολικό ποσό των ¤ 4.000,50.
Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. παραβιάζει τόσο το εθνικό όσο και το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι αποτελεί φόρο επί των ακαθάριστων εσόδων των επιτηδευματιών από την άσκηση της οικονομικής τους δραστηριότητας με κλιμακωτούς συντελεστές, ανάλογα με τον συντελεστή καθαρού κέρδους της δραστηριότητας του επιτηδευματία, με αποτέλεσμα να συνιστά φόρο κύκλου εργασιών, η επιβολή του οποίου είναι παράνομη εφόσον αντίκειται στο άρθρο 33 της έκτης κατευθυντήριας οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πλέον ΕΕ) που έχει ως εξής: «υπό την επιφύλαξη έτερων κοινοτικών διατάξεων οι διατάξεις της παρούσας κατευθυντήριας οδηγίας δεν εμποδίζουν τη διατήρηση ή την καθιέρωση από κάποιο κράτος μέλος φόρων επί των συμβολαίων ασφαλίσεως και επί των παιγνίων ή στοιχημάτων, ειδικών φόρων κατανάλωσης δικαιωμάτων εγγραφής στα μητρώα και γενικότερα κάθε φόρου δικαιώματος ή τέλους μη εχόντων χαρακτήρα φόρου κύκλου εργασίας».
Σκοπός της οδηγίας είναι να εμποδίζει τα μέλη να θεσπίζουν φόρους που πλήττουν το κοινό σύστημα ΦΠΑ, αφού θα είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά, όπως ο γενικός χαρακτήρας του φόρου, (επιβάλλεται σε όλους τους επιτηδευματίες και αντίστοιχα σε όλες τις υπηρεσίες και τα αγαθά), η δυνατότητα να μετακυλιστεί στον καταναλωτή, ο οποίος είναι ο τελικός αποδέκτης που επιβαρύνεται με την καταβολή του (αφού ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. υπολογίζεται από τον επιτηδευματία στο κόστος των παρεχόμενων αγαθών – υπηρεσιών), χαρακτηριστικά τα οποία αναντίρρητα διαθέτει ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ., καθιστάμενος έτσι μη νόμιμος.
Επειδή, όπως υποστηρίζει, η επιβολή του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. αντίκειται στην ανωτέρω κατευθυντήρια με αριθ. 33 κοινοτική οδηγία και εισάγει διάκριση σε βάρος των κοινοτικών επιτηδευματιών που δραστηριοποιούνται στην Δωδεκάνησο, πρέπει η εγγραφή του στους βεβαιωτικούς καταλόγους του Δήμου Ροδίων για το οικονομικό έτος 2009 να ακυρωθεί ως παράνομη, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αρνείται ότι υφίσταται διαφορά των ακαθαρίστων εσόδων του, επί του οποίου κατέβαλε μάλιστα τον αναλογούντα ΔΗΦΟΔΩ.
Ισχυρίζεται παραπέρα ότι ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. παραβιάζει τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της καθολικότητας του φόρου, της αρχής της ισότητας προ των δημοσίων βαρών, καθώς και της αρχής της αναλογικότητας.
Ειδικότερα κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Όμως με την επιβολή του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. επιβαρύνονται οι επιτηδευματίες της Δωδεκανήσου, των οποίων τα προϊόντα και υπηρεσίες σαφώς διατίθενται σε ακριβότερες τιμές από τους αντίστοιχους επιτηδευματίες που δραστηριοποιούνται στην υπόλοιπη επικράτεια, προκειμένου να καλύπτουν το κόστος της επιβολής του δημοτικού φόρου, γεγονός που επιβάλλει δυσμενή διάκριση σε βάρος τους κατά τρόπο παράνομο και αντισυνταγματικό.
¶λλωστε επειδή ο άμεσος αυτός φόρος επιβάλλεται σε ακαθάριστα έξοδα και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το κόστος του επιτηδευματία, τελικά η αναλογία του προς τα καθαρά έσοδα είναι αφενός πολλαπλάσια και αφετέρου όχι ανάλογη σε κάθε περίπτωση, αφού μπορεί λόγω αυξημένου κόστους ένας επιτηδευματίας να επιβαρύνεται με μεγαλύτερο ποσοστό επί των καθαρών του εσόδων από άλλον, γεγονός που δεν μπορεί να προβλεφτεί και να θεραπευτεί με το ισχύον σύστημα. Περαιτέρω, δεδομένου ότι επιβάλλεται επιπλέον άμεσος φόρος σε επιτηδευματίες, χωρίς όμως να επιβαρύνονται αντίστοιχα τα εισοδήματα άλλων φορολογούμενων, όπως πχ. εισοδήματα από μισθώσεις κλπ, δημιουργείται διάκριση σε βάρος των επιτηδευματιών, που καλούνται να πληρώσουν δημοτικό φόρο επί των εσόδων τους, και των υπόλοιπων φορολογουμένων.
Ο εργολάβος επισημαίενι ότι παραβιάζεται ευθέως η συνταγματική αρχή της καθολικότητας του φόρου, της αναλογικότητας αλλά και της ισότητας προ των δημοσίων βαρών.