Απερρίφθη η αγωγή για τους θανάτους από «τσιρότα»

Με απόφαση που εξέδωσε το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου απορρίφθηκε η αγωγή που υπέβαλαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, της Β’ ΔΥΠΕ Νοτίου Αιγαίου (πλέον 2η ΥΠΕ), κατά του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου και κατά ιατρών που υπηρετούν στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου, συγγενείς του εκλιπόντος Σταμάτη Oρφανού που αποδίδουν τις ευθύνες για τον άδικο χαμό του στη συνταγογράφηση και διάθεση του διαδερμικού ναρκωτικού επιθέματος Durogesic.
To δικαστήριο εξέτασε συγκεκριμένα την αγωγή των κκ Σταύρου Ορφανού του Σταματίου, Παρασκευής σύζ, Σταύρου Ορφανού, Καθολικής Ορφανού του Σταύρου, Αναστασίας Ορφανού του Σταύρου, Σταματίου Ορφανού του Σταύρου, Αναστασίας Ορφανού του Παναγιώτη και Κων/νας χήρας Εμμανουήλ Χατζησάββα. Οι γονείς διεκδικούσαν με την αγωγή από 150.000 ευρώ, τα αδέλφια από 100.000 ευρώ και οι υπόλοιποι από 60.000 ευρώ.
Η οικογένεια αποδίδει τον θάνατο του παιδιού τους σε χρήση του φαρμάκου που του διέθεσε ένας φίλος του ο οποίος το είχε προμηθευτεί από φαρμακοποιό της Ρόδου με την χρήση συνταγής ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου της Ρόδου την οποία είχε πλαστογραφήσει. Toνίζουν ότι η συνταγογράφηση γινόταν παράνομα από τους ιατρούς του νοσοκομείου με την ανοχή και κατά παραμέληση της εποπτείας τους από τον Διοικητή του Β’ΠΕ.Σ.Υ. Νοτίου Αιγαίου.
Ο Σταμάτης Ορφανός, που φοιτούσε στα Τ.Ε.Ι. Σητείας Κρήτης, επέστρεψε στην Ρόδο την 4η Οκτωβρίου 2002.
Περί ώραν 15.51 ο πατέρας του έλαβε μια κλήση από έναν φίλο του γιου του που τον ειδοποίησε ότι είχε καλέσει το ΕΚΑΒ για να παραλάβει τον Σταμάτη διότι έβγαζε, όπως του είχε πει, αίμα από το στόμα. Ο θάνατος του νεαρού διαπιστώθηκε στην πορεία από ιατρούς του νοσοκομείου που παρέλαβαν το άψυχο σώμα του από το ΕΚΑΒ.
Υπενθυμίζουμε ότι οι καταγγελλόμενοι στην υπόθεση ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου έχουν απαλλαγεί από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ενώ ο φίλος του εκλιπόντος έχει απαλλαγεί από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου.
Το δικαστήριο απέρριψε ειδικότερα ως απαράδεκτη την αγωγή σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν προβάλλεται ότι η αξίωση προκλήθηκε εξαιτίας παρανομίας των οργάνων αυτού, αλλά των οργάνων του Β’ΠΕ.Σ.Υ. Νοτίου Αιγαίου, το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Σε ότι αφορά την ουσία της υπόθεσης, αφού ελήφθησαν υπόψιν και οι σχετικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων κρίθηκαν τα εξής:
Από το έτος 1999 είχε αρχίσει να γίνεται έντονο το πρόβλημα των τοξικομανών, χρηστών διαφόρων ναρκωτικών ουσιών και κυρίως ηρωίνης, στο νησί της Ρόδου. Επειδή στο νησί δεν υπήρχε μονάδα του Ο.ΚΑ.ΝΑ., οι τοξικομανείς, ευρισκόμενοι υπό το καθεστώς στερητικού συνδρόμου άρχισαν να καταφεύγουν στο νοσοκομείο της Ρόδου και ζητούσαν τη βοήθεια των ιατρών της Νευρολογικής Κλινικής. Οι επισκέψεις τους στο νοσοκομείο ήταν καθημερινές, αυτοί ήταν ιδιαίτερα επιθετικοί, δημιουργούσαν επεισόδια σε βάρος των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού και προκαλούσαν προβλήματα κατά την παροχή νοσηλείας στους άλλους ασθενείς, μάλιστα δε, κάποιες φορές είχαν ειδοποιηθεί οι αστυνομικές αρχές για να συνδράμουν το προσωπικό του νοσοκομείου και να βοηθήσουν στην τήρηση της τάξης.
Αρχικά, οι ιατροί του νοσοκομείου συνταγογραφούσαν τα οπιοειδή αναλγητικά Lonalgal και Romidon, με τα οποία αντιμετωπίζεται ο έντονος πόνος ποικίλης αιτιολογίας, όμως από τα μέσα του 2001 άρχισαν να συνταγογραφούν με την ειδική συνταγή των ναρκωτικών το Durogesic, που ανήκει στην κατηγορία των οπιοειδών αναλγητικών, με δραστική ουσία τη φαιντανύλη, υπάγεται στις διατάξεις περί ναρκωτικών και ενδείκνυται για τη θεραπεία του χρόνιου και ανθεκτικού πόνου. Οι ιατροί προέβησαν στην έκδοση συνολικά 2.193 συνταγών για Durogesic, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική και συγκεκριμένη ιατρική ένδειξη, αντίθετα μάλιστα, προέκυψε ότι συνταγογραφούσαν το φάρμακο επανειλημμένως και για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και περισσότερες της μιας φοράς την ίδια ημέρα, στα ίδια πρόσωπα, όχι όμως για θεραπευτικούς σκοπούς, αφού στο στάδιο του στερητικού συνδρόμου, οι τοξικομανείς αντιμετωπίζουν οξείς πόνους στους μυς και τις αρθρώσεις, ενώ η χρήση του διαδερμικού εμπλάστρου, με τη σταδιακή και αργή απελευθέρωση της φαιντανύλης, δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την άμεση παύση των πόνων, που αυτοί επιθυμούσαν.
Ακόμη, κατά την ποινική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι περισσότεροι τοξικομανείς δεν χρησιμοποιούσαν το διαδερμικό έμπλαστρο σύμφωνα με τον προορισμό του, δηλαδή με εφαρμογή στο δέρμα, αντίθετα, στην προσπάθειά τους να αισθανθούν ευφορία και να απαλλαγούν από τα συμπτώματα του στερητικού συνδρόμου, επινοούσαν άλλους τρόπους χρήσης, ένας από τους οποίους συνίστατο στο κάψιμο του ιδιοσκευάσματος και την εισπνοή των παραγόμενων αερίων.
Κατά το έτος 2001 σημειώθηκαν στη Ρόδο οι θάνατοι τεσσάρων προσώπων, από οξύ πνευμονικό οίδημα, που σχετιζόταν με χρήση ναρκωτικών ουσιών, ενώ σε δύο περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και αυτή του Σταμάτη Ορφανού, από τις τοξικολογικές εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος οφειλόταν σε χρήση φαιντανύλης.
Με απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά της οποίας οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, οι ιατροί της Νευρολογικής Κλινικής καταδικάστηκαν για την κατηγορία της χορήγησης ναρκωτικών ουσιών για υποκατάσταση της εξάρτησης σε τοξικομανείς, με βάση μη προσήκουσες συνταγές, κηρύχθηκαν όμως αθώοι για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για τον θάνατο του Σταμάτη Ορφανού.

Το δικαστήριο έκρινε ότι ο εκλιπών δεν χρησιμοποίησε το φάρμακο που πήρε από φίλο του κατά τον προορισμό του, δηλαδή με εφαρμογή στο δέρμα, ενέργεια που θα είχε προκαλέσει αργή και σταδιακή απελευθέρωση της δραστικής ουσίας, αλλά με άλλον τρόπο.
Έκρινε παραπέρα ότι πρόσφορη αιτία του θανάτου του Σταμάτη Ορφανού πρέπει να θεωρηθεί η προμήθεια της ναρκωτικής ουσίας και η χρήση της με απευθείας είσοδο στον οργανισμό του, που διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στην παρανομία των οργάνων του νοσοκομείου και το θάνατο αυτού, ενώ η παράνομη συνταγογράφηση από τα όργανα του νοσοκομείου του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος Durogesic, παρά το γεγονός ότι αποτέλεσε μία από τις προϋποθέσεις, που κατέστησαν ευχερή τη χρήση της συγκεκριμένης ναρκωτικής ουσίας, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατο του.