Μια νέα κατάσταση πραγμάτων, σε μια ένδικη διαφορά μεταξύ μελών γνωστής οικογένειας επιχειρηματιών, που έχει προκαλέσει σάλο εξαιτίας καταγγελιών για τοκογλυφία, δημιούργησε η απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου να παραπέμψει την υπόθεση σε δίκη με κατηγορούμενους τρείς από τους καταγγελλόμενους!!
Το δικαστικό συμβούλιο συγκεκριμένα έκρινε ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις ενοχής σε βάρος δύο υπαλλήλων γνωστής τράπεζας του νησιού για τις πράξεις της τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και εκβίασης κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια αλλά και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ.
Εκρινε παραπέρα ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας σε βάρος ενός κατοίκου τηςΡόδου για τις πράξεις της τοκογλυφίας κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και ενός κατοίκου Αρχαγγέλου για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε τοκογλυφία κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Περαιτέρω έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή ακόμη ενός κατοίκου της Ρόδου για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ.
Όπως απεκάλυψε η «δ», αφορμή για το σχηματισμό της δικογραφίας αποτέλεσε η κοινοποίηση στον κ. Εισαγγελέα αγωγής που υποβλήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την οποία καταγγέλλεται η διάπραξη σοβαρών αδικημάτων με την διαχείριση επιταγών ύψους 317.000 ευρώ με την συνδρομή υποκαταστήματος τράπεζας του νησιού.
Ο τελευταίος κατηγορούμενος, γιος του «μηνυτή», που διατηρεί γνωστή οικογενειακή επιχείρηση, φέρεται συγκεκριμένα να πλαστογράφησε την υπογραφή του πατέρα του σε πλείστες επιταγές και αιτήσεις για τη χορήγηση μπλοκ επιταγών και εν συνεχεία να τις παρέδωσε στον πρώτο εξάδελφό του προς εξόφληση τοκογλυφικών δανείων!!
Ο έτερος κατηγορούμενος, κάτοικος Αρχαγγέλου, φέρεται να συνέδραμε τον πρώτο στην πράξη της τοκογλυφίας.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη φέρεται να φέρνει τα πάνω κάτω στη μέχρι τώρα δικαστική πορεία της υπόθεσης αφού σε επίπεδο αστικών δικαστηρίων φαίνεται να έχει «κερδίσει» μέχρι στιγμής ο καταγγελλόμενος ως τοκογλύφος.
Για σήμερα μάλιστα έχει προγραμματιστεί η εξέταση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ανακοπής κατά κατασχετήριας έκθεσης που έχει εκδοθεί από τον συγκεκριμένο σε βάρος περιουσιακών στοιχείων του πατέρα του εξαδέλφου του για οφειλές που προέκυψαν μεταξύ του ίδιου και του γιου του.
Εν πάση περιπτώσει στο κατηγορητήριο που έχει σχηματιστεί ο πρώτος κατηγορούμενος φέρεται πριν το Μάιο του έτους 2007, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη του εξαδέλφου του και ειδικότερα τις οικονομικές δυσχέρειες τις οποίες αντιμετώπιζε λόγω οφειλών του προς τρίτα πρόσωπα να του χορήγησε δάνειο ύψους 40.000 ευρώ με μηνιαίο τόκο 10% και ετήσιο τόκο 120%, με αποτέλεσμα η οφειλή του να ανέλθει τελικά στο ποσό των 317.200 ευρώ.
Φέρεται παραπέρα, σε χρόνο που δεν εξακριβώθηκε ακριβώς από την ανάκριση, αλλά πριν το Μάιο του έτους 2007, να απείλησε τον θείο του ομόρρυθμο εταίρο γνωστής εταιρείας ότι θα σφραγίσει 14 επιταγές οι οποίες είχαν εκδοθεί με χρέωση του λογαριασμού της εταιρείας και σε διαταγή του, ενώ γνώριζε ότι αυτές ήταν πλαστές, καθώς δεν είχαν εκδοθεί από την εταιρεία, αλλά από τον συγκατηγορούμενο εξάδελφό του και είχαν δοθεί στον ίδιο προς εξόφληση χρέους του και ενσωμάτωναν τοκογλυφικά ωφελήματα.
Ο θείος του δε προκειμένου να μην σφραγιστούν οι επιταγές αναγκάστηκε να υπογράψει πράξη αναγνώρισης χρέους με την οποία αναγνώριζε ότι του όφειλε το ποσό των 317.200 ευρώ και του παρέδωσε 24 επιταγές, συνολικής αξίας 317.200 ευρώ, σε χρέωση άλλου λογαριασμού του αλλά και δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε οποιοδήποτε ακίνητο ιδιοκτησίας του σε περίπτωση μη πληρωμής κάποιας από τις ανωτέρω επιταγές.
Ο Αρχαγγελίτης από την άλλη φέρεται να παρείχε στον πρώτο άμεση συνδρομή παραλαμβάνοντας τις 14 επιταγές τις οποίες του είχε οπισθογραφήσει.
Ο γιος του «μηνυτή» και εξάδελφος του πρώτου φέρεται πριν από το μήνα Μάιο του έτους 2007 να κατήρτισε 14 επιταγές λογαριασμού της οικογενειακής επιχείρησης του πατέρα του θέτοντας την σφραγίδα της εταιρείας και την υπογραφή των ομόρρυθμων εταίρων της και στην συνέχεια να εξέδωσε σε διαταγή του συγκατηγορούμενού του και να τις παρέδωσε σε αυτόν προς εξόφληση χρέους του εκ δανείου.
Η όλη αντιδικία έχει απασχολήσει ήδη το Εφετείο Δωδεκανήσου στο αστικό κομμάτι της και εκκρεμεί αίτηση αναίρεσης κατά σχετικής απόφασης στον ¶ρειο Πάγο.
Το Εφετείο έχει συγκεκριμένα απορρίψει έφεση που υπέβαλε κατά οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή του “μηνυτή” συνιδιοκτήτη της επιχείρησης κατά διαταγής πληρωμής που εξέδωσε σε βάρος του, ανιψιός του.
Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι η ανακόπτουσα οικογενειακή επιχείρηση διατείνεται πως ο γιος ενός εκ των δύο συνεταίρων της στα πλαίσια συμβάσεων δανείου που είχε συνάψει με τον εξάδελφό του, του παρέδωσε 180 περίπου επιταγές από τις οποίες άλλες μεν αφαίρεσε από το συρτάρι του λογιστηρίου της, εν αγνοία του λογιστή της, ο οποίος ούτε την ύπαρξή τους εγνώριζε ούτε την αφαίρεσή τους αντιλήφθηκε και άλλες προμηθεύτηκε εν αγνοία τους από κατάστημα τράπεζας της Ρόδου όπου η εταιρεία τηρούσε τραπεζικό λογαριασμό όψεως ο οποίος από το έτος 2003 ήταν αδρανής.
Το δικαστήριο έκρινε ότι οι καταθέσεις αυτές δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής και ελέγχονται ως αναληθείς. Έκρινε συγκεκριμένα ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι μια εταιρεία, όπως η ανακόπτουσα, με σημαντικό κύκλο εργασιών και οργανωμένο λογιστήριο είχε ξεχασμένες επιταγές στα συρτάρια της και ότι δεν εγνώριζε ότι επί 3-4 χρόνια διακινούνταν μέσω του δικού της τραπεζικού λογαριασμού χρηματικά ποσά κάποιων εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, αφού αυτό προϋπέθετε κατ΄αρχήν συμμετοχή των υπαλλήλων της τράπεζας στις παράνομες ενέργειες του γιου του ενός εκ των δύο ιδιοκτητών της ανακόπτουσας επιχείρησης.
Το δικαστήριο έκρινε παραπέρα ότι δεν είναι πειστική και η κατάθεση μάρτυρα της ανακόπτουσας οικογενειακής επιχείρησης ότι δύο απλές υπάλληλοι της τράπεζας χορηγούσαν στον γιο ενός εκ των δύο ιδιοκτητών της μπλοκ επιταγών της διακινδυνεύοντας τη θέση τους στην τράπεζα.
Κρίθηκε επιπλέον ότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτό και το ό,τι η τράπεζα χορηγούσε στον ίδιο καινούργια μπλοκ επιταγών, παρά το ό,τι οι επιταγές από τα προηγούμενα εκδοθέντα μπλοκ δεν «επέστρεφαν» εξοφλημένες αλλά κυκλοφορούσαν ανεξέλεγκτα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ανακόπτουσας και του μάρτυρά της ο καταγγελλόμενος ως τοκογλύφος αντικαθιστούσε τις προηγούμενες επιταγές με νεότερες χωρίς καν να εμφανίζονται στην τράπεζα για εξόφληση.
Το Εφετείο Δωδεκανήσου έκρινε παραπέρα ότι από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι μεταξύ του γιου ενός εκ των δύο ιδιοκτητών της επιχείρησης είχαν συναφθεί πράγματι συμβάσεις δανείου με οφειλόμενο κατά τον μήνα Μάιο του 2007 ποσό ύψους 317.000 ευρώ πλέον του ποσού των 17.000 ευρώ για την εξασφάλιση του οποίου είχε εκδοθεί η επιταγή για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής και ζητήθηκε η ανακοπή αυτής.
Έκρινε ακόμη ότι για την εξασφάλιση της εκ του δανείου εκάστοτε απαιτήσεως του καθού η ανακοπή ο γιος ενός εκ των δύο ιδιοκτητών της επιχείρησης εξέδιδε επιταγές αρχικά δικές του στη συνέχεια όμως της εταιρείας αφού προηγουμένως συμπλήρωνε χειρόγραφα τα ποσά, το όνομα του δικαιούχου και λοιπά στοιχεία αυτών και έθετε κάτω από την εταιρική επωνυμία της υπογραφές των δύο νόμιμων εκπροσώπων της.
Το Εφετείο θεωρεί μάλιστα ότι όλα αυτά έγιναν εν γνώσει και με τη συγκατάθεση των τελευταίων και προς εξυπηρέτησή τους.
https://www.dimokratiki.gr/arxeio/sovari-ipothesi-tokoglifias-anastatoni-ikogenia/







