Βορά στους αρχαιοκάπηλους όλου του κόσμου γίνονται οι αρχαιολογικοί θησαυροί που υπάρχουν στη θάλασσα του Αιγαίου. Το πρόβλημα έχει γίνει τόσο μεγάλο ώστε ακόμα και στελέχη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου εκφράζουν ανοικτά τους φόβους τους πως στις θάλασσές μας γίνεται “πλιάτσικο” από όλους εκείνους που βουτάνε με αποκλειστικό σκοπό να ανασύρουν θησαυρούς αρχαίων ναυαγίων.
Αρχαιοκάπηλοι δεν είναι μόνο εκείνοι που κάποιες φορές συλλαμβάνονται σε κάποια βάρκα να έχουν στην κατοχή τους αρχαία κειμήλια, αλλά και ιδιοκτήτες πολυτελών σκαφών αναψυχής. Αυτοί είναι πιο δύσκολο να ελεγχθούν, καθώς περιβάλλονται από πλούτο, η λάμψη του οποίου καλύπτει τις πραγματικές τους προθέσεις. Το γεγονός αυτό το γνωρίζουν πάρα πολύ καλά οι αρχαιολόγοι, αλλά και τα στελέχη της Εφορίας Εναλίων Αρχαιοτήτων, όμως είναι αδύνατο να περιορίσουν το πρόβλημα, καθώς δεν υπάρχουν ελεγκτές και το υποστελεχωμένο λιμενικό σώμα είναι επιφορτισμένο με δεκάδες υποχρεώσεις (μεταξύ των οποίων και το κυνήγι της λαθρομετανάστευσης).
Η μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά της θάλασσάς μας, που βρίσκεται σε κίνδυνο, περιλαμβάνει χιλιάδες ναυάγια που χρονολογούνται από την Κλασική, την Ελληνιστική, τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή, αλλά και τη σύγχρονη Ιστορία. Εχει εκτιμηθεί πως στη θάλασσα της Δωδεκανήσου υπάρχουν αρκετές εκατοντάδες ναυάγια τα οποία κρύβουν ανεκτίμητους θησαυρούς σε χρυσό και αντικείμενα αρχαιολογικής αξίας. Γενικά, είναι παγκοσμίως γνωστό ότι τα ελληνικά νερά είναι από τα πλουσιότερα στον κόσμο σε αρχαιότητες.
Πρέπει να σημειωθεί πως το ίδιο πρόβλημα ενάλιας αρχαιοκαπηλίας αντιμετωπίζουν όλες οι χώρες που βρέχονται από τη Μεσόγειο θάλασσα και προκειμένου να το καταστείλουν πραγματοποιούν συνεχείς περιπολίες με ελικόπτερα και υποθαλάσσιους ελέγχους με ειδικά υποβρύχια και δύτες.
Στην Ελλάδα ακολουθούντο αυστηρή πολιτική ως προς τις υποβρύχιες εξερευνήσεις. Οι αυτοδύτες είχαν πρόσβαση σε μόλις 620 μίλια από τα 12,000 μίλια που εκτείνονται οι ακτές της χώρας, αλλά στην προσπάθεια να ενισχυθεί ο Τουρισμός, η Ελληνική Κυβέρνηση απελευθέρωσε τις καταδύσεις και μαζί τους την υποβρύχια εξερεύνηση. Από τότε, η αρχαιοκαπηλία πολλαπλασιάζεται, λένε οι αρχαιολόγοι.
Οι κυνηγοί θησαυρών, έχουν στη φαρέτρα τους τη βοήθεια ειδικών ιστοσελίδων, που ασχολούνται με καταδύσεις, προτείνουν σαν δραστηριότητα την εξερεύνηση των «αρχαιολογικών θαλάσσιων πάρκων». Οι αυτοδύτες με τη βοήθεια ειδικών σαρωτών και ανιχνευτών μετάλλων έχουν πρόσβαση πλέον παντού.
Η αρχαιοκαπηλία γενικά, έρχεται τρίτη στην κατάταξη των πιο κερδοφόρων μορφών παράνομης δραστηριότητας μετά το εμπόριο όπλων και τη διακίνηση ναρκωτικών. Τεράστια χρηματικά ποσά διακινούνται ετησίως μέσω των παράνομων συναλλαγών αρχαιοτήτων. Ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής κρίσης ή πολιτικής αστάθειας, οι αρχαιότητες αποτελούν έναν από τους ευπαθέστερους στόχους της πολιτιστικής κληρονομιάς. Θα παρουσιαστεί, επίσης, η νέα ακμάζουσα διακίνηση αρχαιοτήτων μέσω διαδικτύου.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως το μέλλον της αρχαιολογίας βρίσκεται στο νερό (διότι στην ξηρά τα περισσότερα ευρήματα έχουν ανακαλυφθεί), μιας και στη θάλασσα υπάρχουν ακόμα χιλιάδες βυθισμένα πλοία με το φορτίο τους που περιμένουν να ανακαλυφθούν. Για τους αρχαιολόγους και τον πολιτισμό μας κάθε φορά που κάποιο εύρημα αφαιρείται από τη θάλασσα, η αξία του από πλευράς πληροφοριών που μπορεί να παρέχει χάνεται για όλους.







