Προς το αρχείο οδεύει η ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε κατά παντός υπευθύνου μέλους της απελθούσης εκκλησιαστικής επιτροπής του Ιερού Ναού Αγίων Αναργύρων μετά την έκδοση σχετικής εισήγησης του Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Ι. Μητσιόπουλου προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Την παράταση της κυρίας ανάκρισης που εκκρεμεί από το έτος 2007 για την πολύκροτη υπόθεση των καταγγελιών για υπεξαίρεση εσόδων από τον Ιερό Ναό είχε αποφασίσει με άλλο βούλευμα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Κατά παντός υπευθύνου μέλους της απελθούσης εκκλησιαστικής επιτροπής του εν λόγω ναού έχουν ασκηθεί ήδη ποινικές διώξεις για υπεξαίρεση και απάτη σε βαθμό κακουργήματος.
O τότε Aντεισαγγελέας Eφετών Δωδεκανήσου κ. Eμμανουήλ Pούσσος-Παπαδάκης παρήγγειλε το 2003 στην Eισαγγελία Πλημμελειοδικών Pόδου την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης προκειμένου να διερευνηθεί η τυχόν τέλεση του αδικήματος της υπεξαίρεσης εσόδων από τους Iερούς Nαούς της Aνάληψης, της Aγίας Aναστασίας, του Aγίου Iωάννη και των Aγίων Αναργύρων.
Στα πλαίσια αυτά η Eισαγγελία Πλημμελειοδικών Pόδου ανέθεσε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης στα οικονομικά των ανωτέρω ναών σε δύο ιδιώτες πραγματογνώμονες (οικονομολόγους). Oι δύο πραγματογνώμονες υπέβαλαν έκθεση μετά τον έλεγχο που διενήργησαν και διαπίστωσαν ότι στους μεν 3 πρώτους ναούς τα έσοδα ήταν ισοσκελισμένα με τα έξοδα, ενώ για τον ναό των Aγίων Aναργύρων ανέφεραν ότι δεν ήταν δυνατόν να διενεργήσουν έρευνα ελλείψει στοιχείων για την οικονομική του δραστηριότητα.
O Eισαγγελέας κ. Mπούτσικος που ανέλαβε τότε την έρευνα διαπίστωσε ότι οι καταγγελίες εις βάρος των μελών των εκκλησιαστικών επιτροπών Aνάληψης, Aγίας Aναστασίας και Aγίου Iωάννη δεν ευσταθούσαν ενώ έδωσε έμφαση στην έρευνα για τον Iερό Nαό Aγίων Aναργύρων, όπου δεν υπήρχαν βιβλία.
O τότε επίτροπος του Iερού Nαού Aγίων Aναργύρων κλήθηκε για κατάθεση στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης αφού μετά από κατάθεση του ιερέα του ναού αφέθηκαν υπονοούμενα σε βάρος του και σε βάρος έτερου μέλους της Εκκλησιαστικής, ότι καταχράστηκαν χρήματα του Ιερού Ναού.
O ιερέας υποστήριξε ειδικότερα ότι τα δύο μέλη της επιτροπής διαχειρίζονταν τα χρήματα και ότι μόνος του ο πρώτος τα έπαιρνε από το Ναό. Επίσης υποστήριξε ότι υπήρχε πλήρης αδιαφάνεια στην οικονομική διαχείριση του Ναού, γεγονός μάλιστα που αποτέλεσε αφορμή για αποχώρηση προσώπων από την Εκκλησιαστική Επιτροπή.
O καταγγελλόμενος ωστόσο σε υπόμνημα που υπέβαλε χαρακτηρίζει τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή του ο ιερέας ψευδή και συκοφαντικά τονίζοντας ότι τα ίδια διαδίδει επί σειράν ετών προσπαθώντας να καλύψει τις δικές του ατασθαλίες, την επιθετική και δεσποτική συμπεριφορά, αλλά και την επιθυμία του να έχει αυτός την αποκλειστική διαχείριση των χρημάτων του ναού!.
Ισχυρίζεται μάλιστα ότι τα μέλη της εκκλησιαστικής επιτροπής προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τις ψευδείς κατηγορίες του εν λόγω ιερέα και προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Αγίων Αναργύρων χωρίς να διασπείρουν σε ευρύτερο κύκλο τις πράξεις του, θέλοντας πάνω από όλα να προστατεύσουν το κύρος της Εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
O καταγγελλόμενος υποστηρίζει στο υπόμνημά του ότι ο κληρικός παρίστανε τον αστυνομικό στον χώρο της Εκκλησίας τοποθετώντας σημαδεμένα χαρτονομίσματα και προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να εντοπίσει τους πιθανούς, υποτίθεται, κλέφτες.
Στο ίδιο υπόμνημα αναφέρει ότι τα διάφορα είδη τροφίμων (λάδι, ρύζι) τα οποία διατίθεντο από την Ε.Ε. μέσω της Μητροπόλεως, διανέμονταν από τον ίδιο τον πατέρα σε συγκεκριμένα άτομα και χωρίς κανένα από τα μέλη της Εκκλησιαστικής Επιτροπής να λαμβάνει γνώση.
Yποστηρίζει παραπέρα ότι την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 2001 συναντήθηκαν με την τότε νέα Επιτροπή της ομόρου ενορίας του Αγίου Ιωάννου προκειμένου να συζητήσουν για μια κληρονομιά των δύο Εκκλησιών και πιο συγκεκριμένα για ένα οικόπεδο στην συμβολή των οδών Αγίων Αναργύρων και Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, κατόπιν απαιτήσεως των ενοριτών τους, διότι υφαρπάχθηκε από την Ελληνορθόδοξη Κοινότητα και δόθηκε σε κατασκευαστική εταιρεία για ανέγερση διαμερισμάτων, ενάντια στους όρους της διαθήκης.
Tον Ιούλιο του 2001, όπως υποστηρίζει ο ιερέας, με την πρόφαση της μετάβασής του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, απέσπασε με την ολόψυχη συμφωνία της εκκλησιαστικής επιτροπής το ποσό των 300.000 δραχμών από το ταμείο του Ναού, δήθεν για να τα αποδώσει στον ίδιο τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως δώρο της Ενορίας στο Πρόσωπό Του. Για τα χρήματα αυτά συνετάχθη από τα μέλη της Εκκλησιαστικής Επιτροπής η από 8-7-2001 επιστολή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, υπογεγραμμένη από τα μέλη της Επιτροπής. Iσχυρίζεται ωστόσο ότι τα χρήματα αυτά ουδέποτε έφτασαν στον προορισμό τους!
https://www.dimokratiki.gr/arxeio/pros-to-archio-odevi-i-dikografia-gia-tesseris-ekklisies-tis-rodou/













