Με το υπ’ αριθμ. 751/2011 βούλευμα του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η δεύτερη αίτηση αναίρεσης κατά του δεύτερου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου με το οποίο παραπέμπεται σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων ένας 45χρονος, προπονητής μπάσκετ του δημοτικού γυμναστηρίου της Iαλυσού, που βρέθηκε κατηγορούμενος για βιασμό, για αποπλάνηση ανηλίκου ηλικίας κάτω των 10 ετών (8 ετών) και για παρά φύση ασέλγεια μεταξύ αρρένων.
Με την υπ’ αριθμ. 903/2010 απόφαση του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου είχε αναιρεθεί το υπ’ αριθμ. 90/2009 (πρώτο) παραπεμπτικό βούλευμα του δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου.
Ο Αρειος Πάγος με την υπ’ αριθμ. 903/2010 απόφαση που είχε εκδώσει είχε κρίνει άκυρες πράξεις της προδικασίας και συγκεκριμένα την προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε παιδοψυχίατρος, έγγραφο σημείωμα του παιδιού που συνοδεύει την συγκεκριμένη πραγματογνωμοσύνη αλλά και την έκθεση αυτοψίας που πραγματοποιήθηκε στο γυμναστήριο της Ιαλυσού.
Ακύρωσε έτσι το πρώτο παραπεμπτικό βούλευμα του Εφετείου και ζήτησε την επανεξέταση της υπόθεσης χωρίς να ληφθούν υπόψιν τα συγκεκριμένα στοιχεία.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου επανεξέτασε έτσι την υπόθεση και εξέδωσε το υπΆ αριθμ. 99/2010 βούλευμα παραπέμποντας εκ νέου σε δίκη τον κατηγορούμενο.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορούμενου κ. Μ. Κουτσούκος προσέβαλε όμως και το δεύτερο βούλευμα ενώπιον του Αρείου Πάγου με νέα αίτηση αναίρεσης υποστηρίζοντας ότι από το νέο βούλευμα λείπει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι έγινε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ότι υπήρξε αρνητική υπέρβαση εξουσίας.
Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς και η υπόθεση θα εισαχθεί πλέον στο ακροατήριο.
Στο παραπεμπτικό βούλευμα περιγράφεται το ιστορικό της υπόθεσης ως εξής:
Ο κατηγορούμενος τελώντας σε υπηρεσιακή σχέση με τον δήμο, ο οποίος τον είχε προσλάβει, ασκούσε χρέη προπονητή μπάσκετ στο κλειστό γυμναστήριο του παρακάτω Δήμου, σε ομάδες μικρών παιδιών και δη αγοριών ηλικίας 6-8 ετών. Σε ημερομηνία που δεν προέκυψε επακριβώς, αλλά εντός του χρονικού διαστήματος μεταξύ των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2006, φέρεται να παρέσυρε στο γραφείο διοίκησης, που βρίσκεται εντός του ως άνω χώρου, τον ανήλικο ηλικίας πέντε ετών, που ήταν μαθητής στα μαθήματα μπάσκετ, λέγοντάς του να τον ακολουθήσει προκειμένου να φέρουν τις μπάλες του μπάσκετ, που βρίσκονταν εκεί, για να αρχίσει το μάθημα, το οποίο δίδασκε. Του αποδίδεται ότι τον ακινητοποίησε χρησιμοποιώντας την υπέρτερη σωματική δύναμή του και κρατώντας με το ένα χέρι το στόμα του, για να μην φωνάξει τον βίασε ενώ συγχρόνως τον απείλησε ότι αν μιλήσει θα σκότωνε τη μητέρα του.
Θεωρείται δε από το δικαστικό συμβούλιο ότι στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι ο κατηγορούμενος πραγματικά τέλεσε τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν ως άνω πράξεις αποτελούν οι καταθέσεις του ανηλίκου στην Ασφάλεια Ρόδου και ενώπιον του Τακτικού Ανακριτή Ρόδου, που είναι σαφέστατες, ευκρινείς, ακριβείς παρά την ηλικία του, αλλά και την τραυματική του εμπειρία.
Σε ό,τι αφορά το γεγονός ότι η ιατροδικαστική έκθεση του παιδοχειρουργού δεν διαπίστωσε ευρήματα, οφείλεται στο ό,τι, όπως και ο ίδιος τονίζει, τούτο δεν ήταν εφικτό λόγω του ό,τι το συμβάν τελέστηκε σε προγενέστερο χρόνο και η οποιαδήποτε επαφή με το σώμα του ανηλίκου δεν μπορεί να διαπιστωθεί. Σημαντική κρίθηκε εξάλλου και η κατάθεση της μάρτυρος δασκάλας του ανηλίκου η οποία καταθέτει με σαφήνεια ότι “κατά τα Χριστούγεννα του έτους 2006 άλλαξε η συμπεριφορά του ανηλίκου, έγινε ξαφνικά επιθετικός, άρχισε να μην παρακολουθεί και να μην καταλαβαίνει τα μαθήματα”, ενώ η παραπάνω αλλαγή συμπεριφοράς συμπίπτει χρονικά με τον φερόμενο χρόνο τέλεσης των ως άνω εγκλημάτων από τον κατηγορούμενο σε βάρος του ανηλίκου και όχι με την γένεση νέου μέλους της οικογένειάς του, καθώς αυτό συνέβη τον Ιούνιο του 2006, δηλαδή πολύ πριν εντοπιστεί η ως άνω αλλαγή συμπεριφοράς.
Το δικαστικό συμβούλιο αναφέρεται επιπλέον και σε επίμονη άρνηση του ανηλίκου μετά το τελευταίο μάθημα με τον κατηγορούμενο, οπότε φέρεται ότι τελέσθηκαν τα εγκλήματα, να επανέλθει στα μαθήματα του μπάσκετ, ενώ και οι γονείς του ανηλίκου, τόσο στις καταθέσεις τους ενώπιον της αστυνομίας όσο και ενώπιον του Ανακριτή αναφέρουν ότι την συγκεκριμένη ημέρα που πήγαν να πάρουν τον ανήλικο στο τέλος του μαθήματος τον είδαν να κλαίει και σε ερώτησή τους για ποιο λόγο, αυτός απάντησε ότι τον μάλωσε ο δάσκαλος εννοώντας τον κατηγορούμενο.
Όσον αφορά τις αντιφάσεις εκ μέρους του ανηλίκου, για το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων, πριν ή μετά την προπόνηση, αυτές πιθανολογείται από τους δικαστές ότι οφείλονται αφενός στο μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο μεσολάβησε μεταξύ του χρόνου τελέσεως των εγκλημάτων και της κατάθεσης του ανηλίκου, αφετέρου και ιδίως στο ό,τι το παιδί θέλει να ξεχάσει και να διαγράψει από την μνήμη του τις όποιες τραυματικές εμπειρίες.
Κρίθηκε παραπέρα ότι δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν την ύπαρξη οιουδήποτε είδους κινήτρων (εχθρότητας κ.λ.π.) στην οικογένεια για να βλάψουν τον κατηγορούμενο.
Θυμίζουμε ότι με το υπ’ αριθμ. 247/2007 βούλευμα που εξέδωσε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Pόδου είχαν κριθεί εμμέσως πλην σαφώς αστήρικτες οι καταγγελίες σε βάρος του προπονητή από τον ανήλικο, την 29χρονη μητέρα και τον 32χρονο πατέρα του.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου έκρινε μεταξύ άλλων ότι ο φερόμενος ως παθών, κατά τις καταθέσεις του προανακριτικά και ανακριτικά υποπίπτει σε διπλή και σοβαρή αντίφαση, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από την ηλικία του αλλά ούτε και από τη χρονική απόσταση από το συμβάν.
H αντίφαση για την οποία γίνεται λόγος εντοπίζεται στο ό,τι στην πρώτη εκ των ως άνω καταθέσεων ο ανήλικος τοποθετεί την πράξη χρονικά μετά την προπόνηση και τοπικά στα αποδυτήρια του γυμναστηρίου, ενώ στη δεύτερη η ίδια πράξη τοποθετείται πριν την προπόνηση και στο γραφείο του κατηγορουμένου.
Είχε κάνει λόγο και σε απουσία αντικειμενικών στοιχείων αναφορικά με τη διάπραξη της καταγγελλόμενης πράξης το γεγονός δε ότι η χρονική απόσταση από το συμβάν περιορίζει έως και εκμηδενίζει τη δυνατότητα αναγνώρισης των ιχνών της πράξης, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς την κατεύθυνση της παραδοχής ότι η πράξη έλαβε χώρα, κατά μείζονα λόγο δε από τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο.













