Καθημερινή έφοδος στα δάση για την κοπή καυσόξυλων

Εφοδο στα δάση πραγματοποιούν καθημερινά δεκάδες Ροδίτες με τα αγροτικά τους οχήματα προκειμένου να κόψουν δέντρα και στη συνέχεια να τα πουλήσουν προς όλους εκείνους που αναζητούν μια πιο οικονομική λύση για τη θέρμανση του σπιτιού τους.
Οι εξορμήσεις γίνονται καθημερινά στα καμένα δάση σε Λάρδο, Λάερμα, Θεολόγο, ακόμα και στην Αρχαία Κάμειρο. Οι περισσότερες από τις κοπές των καμένων δέντρων γίνονται με την άδεια της δασικής υπηρεσίας, ωστόσο υπάρχουν και αρκετοί Ροδίτες που εφορμούν στα καμένα χωρίς άδειες για να κόψουν ξύλα για το τζάκι. Μια απλή βόλτα σε κάποιο από αυτά τα δάση είναι αρκετή για να διαπιστωθεί το μεγάλο μέγεθος που έχει προσλάβει αυτή η δραστηριότητα.
Η τιμή πώλησης κάθε ημιφορτηγού κυμαίνεται μεταξύ 120 και 170 ευρώ, ανάλογα με το είδος του ξύλου (ελιές, πεύκα) και ασφαλώς σύμφωνα με την ανάγκη που έχει κάθε φορά ο πωλητής ή ο αγοραστής.
Πάντως, από την πλευρά τους οι δασοφύλακες εφιστούν την προσοχή σε όσους μεταβαίνουν στα δάση για να κόψουν ξύλα, να κινούνται μόνο στις περιοχές που τους έχει επιτραπεί και πάντοτε με προσοχή προκειμένου να μην καταστρέψουν τη νέα βλάστηση που αυτή την περίοδο βρίσκεται σε ανάπτυξη.
Το φαινόμενο αυτό ασφαλώς δεν είναι απλώς τοπικό. Η άνοδος στην τιμή του πετρελαίου θέρμανσης σε συνδυασμό με το «ψαλίδισμα» των εισοδημάτων είχε ως αποτέλεσμα τη στροφή των κατοίκων όλης της χώρας στην παραδοσιακή ξυλόσομπα, στο τζάκι και στη χρήση του νέου υλικού θέρμανσης (πέλετ) για καυστήρες-θερμάστρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι έμποροι ξύλου στην ηπειρωτική χώρα για να καλύψουν τη ζήτηση στράφηκαν στην αγορά της Βουλγαρίας και λόγω της αδυναμίας και της όμορης χώρας να ανταποκριθεί στην ελληνική ζήτηση απευθύνθηκαν στη Ρουμανία, απ’ όπου εισάγουν τώρα μεγάλες ποσότητες καυσόξυλων σε τιμές σημαντικά μικρότερες από τις εγχώριες ανά τόνο. Μάλιστα, την τελευταία διετία έκαναν την εμφάνισή τους στους παραμεθόριους οικισμούς των Σερρών επιτήδειοι Βούλγαροι, που μεταφέρουν ακόμη και με νταλίκα από τη χώρα τους και παραδίδουν κατ’ οίκον ποσότητες καυσόξυλων, σε χαμηλές τιμές.