Επιχειρηματίας έπεσε θύμα δύο «εμπίστων» λογιστών του!

Τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για τη διερεύνηση τυχόν τελέσεως του αδικήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου στην κατοχή των καταγγελλόμενων με την ιδιότητά τους ως λογιστών προκάλεσε μήνυση που υπέβαλε προχθές ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου ένας κάτοικος του νησιού.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο ένας εκ των δύο μηνυόμενων λογιστών έχει μακρά θητεία στα δημοτικά πράγματα καποδιστριακού δήμου ενώ ο δεύτερος φέρεται να έχει εμπλοκή σε σκανδαλώδη υπόθεση χορήγησης δανείων με τη χρήση ψευδών βεβαιώσεων.
Σύμφωνα με τη μήνυση το θύμα διατηρεί, εδώ και αρκετά χρόνια κατάστημα με χρήση οπωρολαχανοπωλείου-παντοπωλείου με άδεια πώλησης άρτου, στο οποίο εργάζεται μόνος του όλη την ημέρα και απασχολεί μόνο έναν υπάλληλο.
Επί σειράν ετών ο πρώτος των μηνυομένων κρατούσε όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα λογιστικά βιβλία (μισθοδοτικές καταστάσεις στο Ι.Κ.Α., καταστάσεις Φ.Π.Α. κ.λ.π.), έχοντας αποκτήσει την πλήρη και απόλυτη εμπιστοσύνη του, σε τέτοιο σημείο, ώστε η δική του ενασχόληση περί την τήρηση αυτών, ήταν η εκάστοτε εκ μέρους του καταβολή των χρημάτων που του ζητούσε τόσο για τη διεκπεραίωση των μηνιαίων υποχρεώσεών του στις αρμόδιες υπηρεσίες και αρχές, όσο και για την εκάστοτε αμοιβή του, επισκεπτόμενος μία φορά το χρόνο το γραφείο του με αφορμή την υποβολή της ετήσιας φορολογικής του δήλωσης.
Από κάποιο χρονικό σημείο και μετά έπαυσε να τον επισκέπτεται αυτοπρόσωπα στο κατάστημά του και αντ’ αυτού έστελνε τον δεύτερο (συνεργάτη του), ο οποίος στεγαζόταν στο χώρο του.
Όπως δε αναφέρει ποτέ δεν υπέπεσε στην αντίληψή του κάποιο πρόβλημα ή λογιστική αταξία, ώστε να αμφιβάλλει τόσο για την επιστημονική τους κατάρτιση, όσο και για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα διεκπεραίωση των υποχρεώσεών του προς τις αρχές (ΔΟΥ, Ι.Κ.Α., Επιθεώρηση Εργασίας), οποιοσδήποτε και αν διεκπεραίωνε αυτές.
Επισημαίνει παραπέρα ότι στο πρόσωπο του δεύτερου μηνυόμενου, έβλεπε τον πρώτο, ο οποίος ήταν ο λογιστής του, αφού ήταν στο γραφείο του και προφανώς ήταν σε σχέση εξαρτημένη μαζί του, άλλως ετύγχανε της απολύτου εμπιστοσύνης του και η συνεργασία τους αυτή διήρκεσε από τον Ιανουάριο του 2002 μέχρι και τον Ιούνιο του 2006.
Σχεδόν καθ’ όλο το διάστημα της συνεργασίας τους, τον εφοδίαζαν κάθε μήνα με αποδείξεις για τα χρήματα, τα οποία κατέβαλε για το Ι.Κ.Α. κ.λ.π., ενώ προς το τέλος της συνεργασίας τους, ο δεύτερος μηνυόμενος, τον έπαιρνε από πριν στο τηλέφωνο, για να έχει έτοιμο το ακριβές ποσό των χρημάτων προφασιζόμενος ότι ήταν βιαστικός και δεν μπορούσε να σταθμεύσει, οπότε περνούσε και του έδινε τα χρήματα που του είχε ζητήσει, έξω από το κατάστημα. Εκείνος τον εφοδίαζε με απόδειξη του πρώτου.
Περί τον Ιανουάριο του 2005 του επιδόθηκε από δικαστικό επιμελητή έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του οποίου ήταν συνιδιοκτήτης κατά 50%, για οφειλή προς το Ι.Κ.Α. ποσού 2.470,47 ευρώ πλέον προσαυξήσεων. Στις εύλογες δε απορίες του, από πού προερχόταν η οφειλή, του εξήγησαν ότι οφείλετο σε προηγούμενες χρήσεις του προηγούμενου λογιστή του. Έδωσε το ποσό για την πληρωμή της οφειλής και ο δεύτερος μηνυόμενος φέρεται να τον καθησύχασε, λέγοντάς του, πως θα τακτοποιούσε το θέμα και του ζήτησε την έκθεση κατάσχεσης. Ο ίδιος όπως τονίζει εφησύχασε, δεδομένου ότι δεν είχε καμία άλλη ειδοποίηση ή όχληση από το Ι.Κ.Α., αναφορικά με το αυτοκίνητο ή από άλλη αιτία.
Από το νέο λογιστή του πλέον, πληροφορήθηκε ότι ήταν χρεωμένος στο Ι.Κ.Α. με ποσό της τάξης των 20.000 ευρώ, γιατί δεν είχαν καταβληθεί από τους μηνυόμενους οι ασφαλιστικές εισφορές που τον βάρυναν και ανέλαβαν τη τακτοποίησή τους. Υποστηρίζει δε ότι ο πρώτος ισχυρίστηκε ότι τα είχε υπεξαιρέσει ο δεύτερος και εν πάσει περιπτώσει θα φρόντιζε, ώστε ο τελευταίος να καταβάλει στο Ι.Κ.Α. όλες του τις υποχρεώσεις.
Επειδή περνούσε ο καιρός και δεν είχε γίνει τίποτα, με την από 18-3-2008 εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση και διαμαρτυρία του, απευθύνθηκε προς τους μηνυόμενους, τάσσοντας προθεσμία για την τακτοποίηση του θέματος.
Μετά την παραλαβή του εξωδίκου φέρεται να εμφανίστηκε ο δεύτερος των μηνυομένων, προσποιούμενος τον πανικόβλητο, ανέλαβε την ευθύνη και στις 8 Απριλίου 2008 συνετάξαν σχετικό συμφωνητικό. Υποστηρίζει ότι δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα και κατέβαλε μέχρι και τον Ιούλιο του 2008 ποσό 2.500 ευρώ περίπου σε διάφορους κωδικούς του Ι.Κ.Α. και έκτοτε εξαφανίστηκε παντελώς.
Του επιδόθηκε στην πορεία νέα κατάσχεση από το ΙΚΑ για οφειλή 32.367,74 ευρώ, πλέον προσθέτων τελών ποσού 10.267,13 ευρώ ήτοι συνολικά 42.634,87 ευρώ και αναγκάστηκε να προχωρήσει σε ρύθμιση.